6. Παλιά φωτογραφία
Στο σπίτι του Φομπ η τηλεόραση έπαιζε εκκωφαντικά, ώστε η Μπεατρίς, η μάνα του Φομπ, να μπορεί να την ακούει από την κουζίνα όπου ετοίμαζε μια ψυχεδελική σούπα. Πάνε χρόνια από εκείνο το ταξίδι στην Ταγγέρη όπου ένας γέρος Βέρβερος της είχε διδάξει αυτή τη συνταγή. Με απλά υλικά έφτιαχνε μια υπέροχη ψυχεδελική σούπα που όσο να πεις βοηθούσε την Μπεατρίς να αντέξει την μίζερη καθημερινότητα: μια βαρετή οκτάωρη δουλειά γραφείου, δουλειές του σπιτιού, δυο τρεις φίλες από τα παλιά (τώρα πια συζητάνε μόνο για τα παιδιά τους, για το πια δεκαετία του περασμένου αιώνα είναι τώρα της μόδας και για τα καταπληκτικά ρούχα που μόλις αγόρασαν), λίγες διασκεδάσεις και ένας γιος εντελώς απογοήτευση, σκέτο μαλακομπούκωμα.
Η τηλεόραση έπαιζε τις μεσημεριανές ειδήσεις, αλλά η Μπεατρίς δεν πρόσεχε, ήταν συγκεντρωμένη στη σούπα. Δεν έπρεπε να παραβράσει, γιατί θα καταστρέφονταν τα συστατικά και μετά άντε να την ακούσεις. Άλλωστε στις ειδήσεις τα ίδια Παντελάκη μου τα ίδια Παντελή μου. Ποια μέτρα ετοιμάζει η κυβέρνηση, μεγάλη απειλή βροχοπτώσεων, χαλασμένα κρέατα από το εξωτερικό, αυξήθηκε ο αριθμός των μυγών, μεγάλη δωρεά φιλάνθρωπου επιχειρηματία, εγκλήματα της διπλανής πόρτας, μακάβριοι οι πτωχοί τω πνεύματι…και αλλά τέτοια που η Μπεατρίς είχε ξανακούσει με την ίδια στωική βαρεμάρα. Ώσπου μια είδηση από τα διεθνή έλεγε κάτι για το Παρίσι. Η Μπεατρίς παράτησε τη σούπα και έτρεξε στο σαλόνι. Απεργίες στις συγκοινωνίες, διαδηλώσεις φοιτητών, μπλοκαρίσματα δρόμων, σε 400 εκατομμύρια ευρώ ανέρχονται οι οικονομικές ζημιές δήλωνε η υπουργός οικονομικών, ενώ ο αρχηγός του κράτους (μια κοντή μαλακισμένη σκατόφατσα, σκέφτηκε η Μπεατρίς) έδινε απλόχερα υποσχέσεις ώστε να σταματήσουν οι αντιδράσεις…Η Μπεατρίς στεκόταν όρθια, παγωμένη μπροστά από την οθόνη. Σα να κοιτούσε αλλά και σα να μην κοιτούσε, κοιτούσε αλλά δεν έβλεπε, σα να κοιτούσε κάπου πέρα από την οθόνη, σα να είχε σχίσει το παρόν και βρισκόταν κάπου αλλού, σα να είχε καταφέρει μέσω μια χωροχρονικής σκουληκότρυπας να ταξιδέψει στο παρελθόν, σαν το αμόκ της μηχανής σου.
Η είδηση τέλειωσε, ακολούθησε η επόμενη που αφορούσε μια φοβερή επιστημονική ανακάλυψη του Διεθνούς Ερευνητικού Ινστιτούτου ¨Μαρκ&Όμπραξ¨ : «Πέρδεται η αμοιβάδα!», δήλωνε περιχαρής η πρωτοπόρος επιστήμονας Μαγ Οσισέ, η οποία ξόδεψε δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια μελέτης και έρευνας για να στηρίξει αυτή τη συνταρακτική της ανακάλυψη. «Πέρδεται με κάποιο ιδιαίτερο τρόπο?», ρώτησε ο δημοσιογράφος. «Ναι, είναι εντυπωσιακό! Πέρδεται με περιοδικότητα 1 κλανιά ανά 274 ημέρες, 2 ώρες, 42 λεπτά και 12 δεύτερα!», τόνισε η επιστήμονας. Η ανακάλυψη αυτή –σχολιάζουν οι ειδικοί- θα επιφέρει τεράστιες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις. Ακολουθούν αθλητικά.
Η Μπεατρίς πάτησε το Off. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Ξεκόλλησε από το χωροχρονικό της τριπάκι και έτρεξε προς το σκρίνιο. Έπεσε στα γόνατα. Άνοιξε τα κάτω ντουλάπια, μετακίνησε μερικά κουτιά, πέταξε δίπλα της πέντε έξι φακέλους και έβγαλε ένα κοντόχοντρο σημειωματάριο. Τον άνοιξε και από μέσα του χύθηκε μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία.
Παρίσι, 1968. Στη φωτογραφία η Μπεατρίς, όρθια, να μιλάει σε ένα κατάμεστο χώρο, μάλλον αμφιθέατρο. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από πίσω της. Δεν φαίνεται το πρόσωπο της, αλλά είναι αυτή.Έχει σηκωμένο το αριστερό χέρι σα να κρατάει το κεφάλι της. Το σώμα της νέο, ζωντανό. Γύρω της όρθιοι. Aνολοκλήρωτες μορφές, μέλη και πρόσωπα, αγνώστων ανδρών και γυναικών. Στο βάθος ένας εξώστης γεμάτος ανθρώπους που μοιάζει να ξεχειλίζει και να γεμίζει όλο το χώρο μέχρι το μπροστά μέρος της φωτογραφίας. Και αυτή, σαν να την έχει σηκώσει η άνωση του ρευστού πλήθους διακρίνεται δεξιά, ψηλότερα από τους άλλους.
Η Μπεατρίς είχε πάει στο Παρίσι, ένα χρόνο πριν τραβηχτεί η φωτογραφία, για σπουδές στην αρχιτεκτονική. Εκεί μπλέχτηκε στο κίνημα. Εκεί γνώρισε και τον Μπράσιν, μερικούς μήνες μετά τις ταραγμένες μέρες του Μάη. Αυτός τελείωνε τις σπουδές του στα οικονομικά και της μιλούσε φλογερά για την κοινωνική επανάσταση και αυτή του έλεγε για φωτεινές νύχτες. Τα φτιάξανε, πήγαν ταξίδι στην Ταγγέρη, πηδήχτηκαν και η Μπεατρίς έμεινε έγκυος. Ο Μπράσιν εξαφανίστηκε από προσώπου γης όταν το έμαθε, ο καπότας. Η Μπεατρίς αναγκάστηκε να παρατήσει τις σπουδές και «γύρισε με ένα μούλικο», όπως είπε ο πατέρας της. Βρήκε μια μαλακισμένη δουλειά γραφείου, την βοήθησε η μάνα της με το παιδί και επιβίωσε.
Πολλά χρόνια μετά, είδε σε μια εκπομπή τον Μπράσιν να φιγουράρει. Ένας δαιμόνιος ρεπόρτερ της κλάσεως του Πίκου Απίκου, του έπαιρνε συνέντευξη. Ο Μπράσιν, ανερχόμενο αστέρι της πολιτικής, εξηγούσε την αναγκαιότητα για ριζική αλλαγή του κοινωνικού γίγνεσθαι, την οποία μόνο το κόμμα του μπορούσε να πραγματοποιήσει (ήταν δυο μήνες πριν τις εκλογές):
-Εκπαίδευση, ασφάλιση, υγεία, πρέπει να αναδιαρθρωθούν ριζικά. Όλα αυτά είναι δικαιώματα του ατόμου, τα οποία το άτομο πρέπει να βρίσκει ελεύθερα στην αγορά, όπως ακριβώς και το δικαίωμα του στην εργασία. Πρέπει να εφαρμόσουμε την αξιοκρατία, που τόσα χρόνια παραμένι απλό ευχολόγιο. Το ΑΤΟΜΟ που εργάζεται, που προσφέρει, που συντελεί στην ανάπτυξη του τόπου (έλεγε με έμφαση ο Μπράσιν) δικαιούται να απολαμβάνει τα δικαιώματα στην υγεία, στην ασφάλιση και στην εκπαίδευση. Έναντι του ατόμου που παρασιτεί, που δεν προσφέρει, που ταλαιπωρεί τους συνανθρώπους του και κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι. Διότι μας δένει τα χέρια μια απαρχαιωμένη και σάπια νομοθεσία, ένα σύνολο ξεπερασμένων σχέσεων στις οποίες πρέπει να βάλουμε βαθιά το μαχαίρι.
Ο Μπράσιν έγινε υπουργός. Η Μπέατρις σκέφτηκε να κάνει κάτι, αλλά ένας δικηγόρος φίλος της, της είπε ότι είναι χαμένη υπόθεση. Θέλει πολλά λεφτά για να καταφέρουμε να κάνουμε τον υπουργό να δώσει σπέρμα για να ταυτοποιήσουμε το DNA…
-…και άντε και το πήρες, το σπέρμα, ιστορία ολόκληρη να τα βρουν οι εργαστηριακοί που θα μισθώσουμε εμείς και θα βάλει και αυτός…Τρέχα γύρευε…της είπε ο δικηγόρος.
Έτσι η Μπεατρίς έμεινε με την πίκρα και φυσικά με το γιο, το σκέτο μαλακομπούκωμα.
Μέχρι εκείνη τη μέρα όμως. Εκείνη τη μέρα που αυτή η είδηση από το Παρίσι, την έκανε να θυμηθεί το παρελθόν, τον πόθο για εκδίκηση που έμενε άσβηστος τόσα χρόνια μέσα της.
Σωριασμένη στο πάτωμα, κρατώντας στα χέρια της την παλιά φωτογραφία, με τα μάτια δακρυσμένα αλλά γεμάτα οργή, κοίταξε στο πίσω μέρος της φωτογραφίας και διάβασε (από μέσα της):
Τίγρη, τίγρη φλογίζεσαι αστραφτερά
Στα δάση τα νυχτερινά
ποιο χέρι αθάνατο? Ή ποιο μάτι?
Μπορεί να σχεδιάσει
την έμφοβή σου συμμετρία
Η κάμερα παίρνει πλάνο από πάνω και η Μπέατρις σηκώνει αργά το κεφάλι της. Κοιτάζει την κάμερα και αφήνει να διαγραφεί ένα καταχθόνιο χαμόγελο.
Η σούπα παράβρασε και χάλασε.
[to be continued...]

