Κατά τα χρόνια ανάμεσα στους Βαλκανικούς πολέμους και τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, για πολλούς κατοίκους της ελληνικής Μακεδονίας, το έθνος των Ελλήνων ήταν σε μεγάλο βαθμό μια αφηρημένη οντότητα, την οποία επικαλούνταν και συμβόλιζαν σημαίες, σχολεία, γιορτές και επίσημες επέτειοι. Όμως, για τους κατοίκους της περιοχής, η ύπαρξη του κράτους ήταν πολύ συγκεκριμένη και την ενσάρκωναν τα μέλη της διοίκησης, οι φοροεισπράκτορες και ι διορισμένοι στο χωριό χωροφύλακες. Η κοινότητα, που τοποθετούνταν ανάμεσα στην αφηρημένη έννοια του έθνους και το συγκεκριμένο κράτος, έγινε το βασικό πολιτικό πεδίο του εγχειρήματος οικοδόμησης ελληνικού έθνους. Τις δεκαετίες 1920 και του 1930 η διοίκηση της κοινότητας ήταν ένα πραγματικό τοπικό μικροκράτος, μια αυτοχρηματοδοτούμενη και σε μεγάλο βαθμό αυτορρυθμιζόμενη και συγκροτημένη κοινότητα με τους δικούς της κυβερνήτες εκλεγμένους αντιπροσώπους, φοροεισπράκτορες, δασκάλους και δυνάμεις ασφαλείας. Οι τζορμπατζήδες, που κατέληξαν να προσωποποιούν την ελληνικοί εξουσία στην κοινότητα, ήταν επίσης εργοδότες και ευεργέτες της κοινότητας, παρέχοντας τους μισθό και υπηρεσίες, καθώς και είδη μπακαλικής και πίστωση. Καθώς τα ζητήματα της πολιτισμικής αφομοίωσης και της εθνικής ομογενοποίησης είχαν προτεραιότητα μεταξύ των στόχων της ελληνικής κυβέρνησης στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, τα λόγια και τα έργα αυτής της αναδυόμενης τάξης των τοπικών ελίτ βοήθησαν να καλλιεργηθούν μεταξύ των κατοίκων της κοινότητας και μια ιδεολογία κοινότητας και μια συνειδητή ταύτιση με το ελληνικό έθνος κράτος.
Στην ερευνά, με επίκεντρο την πρώην μικτή κοινότητα (ελληνόφωνοι, τουρκόφωνοι, σλαβόφωνοι, πόντιοι) Γιουβέζνα-Άσσηρο και γενικότερα την περιοχή της ανατολικής μακεδονίας, η Αναστασία Καρακασίδου δείχνει πως κατασκευάζεται ιστορικά το έθνος ως συστατικό του κράτος καθώς και ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η οπτική της είναι γειωμένη στην κεντρική σημασία των υλικών παραγόντων που καθορίζουν την αναπαραγωγή της ζωής και την παραγωγή σε τοπική και ευρύτερη κλίμακα. Χρησιμοποιώντας υλικό τόσο αρχειακό/επίσημο όσο και συνεντεύξεις/επιτόπια έρευνα, πιάνει το νήμα από το τέλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μέχρι τις αρχές τις δεκαετίας του 1990, για να μας δώσει μια σφιχτή ιστορική αφήγηση ενάντια στην εθνική ιστοριογραφία που έχει την μαγική ιδιότητα: να συμπιέζει το χρόνο και να αιχμαλωτίζει παρελθόν, παρόν και μέλλον στο έκταμα της, προωθώντας την επιβίωση του έθνους στο χώρο και στην ιδεολογία.
Ο δημοσιογράφος Σαράντος Καργάκος από τις σελίδες του οικονομικού ταχυδρόμου είχε αναλάβει τότε, να ξεμπροστιάσει την «κανίβαλο» Καρακασίδου επειδή προσπαθούσε να διαμελίσει το ελληνικό έθνος. Μιλάμε για αρχές τις δεκαετίας του 1990 όπου το μακεδονικό/σκοπιανό έπαιζε φουλ, όχι όπως τώρα που τα πράματα έχουν μαλακώσει γιατί οι μπίζνες πάνε καλά. Το βιβλίο κυκλοφορεί με τίτλο «Μακεδονικές ιστορίες και πάθη (1870-1990)» από τις εκδόσεις Οδυσσέας, σε μετάφραση Ελένης Αστερίου.
Το ενδιαφέρον δεν είναι να γυρίσει κανείς και να πει τι μαλάκες οι έλληνες, τι πατριώτες ή τι εθνικιστές, προβάλλοντας μια άλλη εθνική ταυτότητα ως «θύμα» και άρα ως «καλή» (μακεδονική, αλβανική, παλαιστινιακή ή εβραϊκή). Το ενδιαφέρον είναι να κατανοήσουμε οτι κάθε εθνική ταυτότητα συγκεκριμενοποιείται σε ένα κράτος-προστάτη αυτής και υπακούει στους σχεδιασμούς που το κράτος πραγματοποιεί. Το ενδιαφέρον είναι να καταλάβουμε ότι ο εθνικισμός είτε είναι ελληνικός, είτε είναι μακεδονικός, είτε είναι αλβανικός έχει διεθνή χαρακτήρα: είναι ένας βασικός διαχωρισμός ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους.





