14. Το πέταλο, το δρέπανο και το δεμάτιο

Ο μυστηριώδης Χίρο δεν ήταν καθόλου μυστηριώδης. Ήταν στενός φίλος μιας φίλης της ξαδέρφης του θείου της Γερτρούδης. Ήταν ένας νεαρός προγραμματιστής με μεταπτυχιακό στην μακροοικονομία που δούλευε σε μια εταιρία πληροφοριακών συστημάτων μέχρι που βαρέθηκε τη ζωή του και αποφάσισε να τα παρατήσει και να παραδοθεί στην τεμπελιά. Το αφεντικό του, ένας νέος επιχειρηματίας που λάτρευε το μάνατζμεντ που βασιζόταν στην άμεση δημοκρατία, του είπε απορημένος:
-Που πας Χίρο? Την εταιρία σου δεν τη σκέφτεσαι?
-Την ΠΟΙΑ?
-Την εταιρία σου Χίρο, είναι τόσα project που τρέχουν, αυτά πως θα γίνουν χωρίς εσένα?
-Άκουσε Βαγγιολάκο, καταλαβαίνω βαθιά τις ανάγκες τις εταιρίας μου κι αυτή τη στιγμή η εταιρία μου χρειάζεται ξεκούραση. Ότι τρέχει θα σταματήσει να τρέχει και αυτό το πέρασμα από την κίνηση στην ακινησία δείχνει την δύναμη που κυοφορεί η εταιρία μου που δεν είναι παρά η εργατική μου δύναμη.
Ο Βαγγιολάκος, αυτό ήταν το μικρό όνομα του πρώην αφεντικού του Χίρο, έμεινε να τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια, σαν να είχε ξαφνικά συνειδητοποιήσει ότι η γη δεν είναι επίπεδη. Ο Χίρο, με μια θεατρική κίνηση, τον έπιασε από τους ώμους και τον φίλησε σταυρωτά. «Τσάο και μη με πάρεις τηλέφωνο» είπε και έφυγε.
Εκείνη την περίοδο, μόλις μετά την παραίτηση του από την εταιρία, του άρεσε να αυτοσαρκάζεται λέγοντας: «το να κάνω τζιβάνες τις επαγγελματικές μου κάρτες δεν είναι και πολύ ευνοϊκό για την καριέρα μου». Για κάποιο διάστημα, έζησε με τα λεφτά που είχε μαζέψει, πήγε μερικά ταξίδια, διασκέδασε, γνώρισε πολλούς ανθρώπους περιστασιακά, άκουσε πολύ μουσική, διάβασε λογοτεχνία, αλλά η κοινωνική περιθωριοποίηση, λόγω έλλειψης δουλειάς, τον έσπρωξε σύντομα να σκεφτεί τι θα κάνει για να δραστηριοποιηθεί. Η Γερτρούδη είχε πει στο θείο της, ονόματι Γκάους ο οποίος ζούσε στο Βερολίνο, πως ψάχνει ένα άνθρωπο που να του αρέσει το παιχνίδι και η περιπέτεια, να μισεί τη μισθωτή εργασία και να λατρεύει τον Bach παιγμένο όμως από τον Glenn Gould. Ο θείος της το είπε στην ξαδέρφη του την Φράντζι. Η ξαδέρφη το είπε στην φίλη της την Κλόντα η οποία τύγχανε να είναι καλή φίλη ενός στενού φίλου του Χίρο, του Βούρτς. Ο Χίρο, βρισκόταν για μερικούς μήνες στο Βερολίνο. Αποδέχτηκε την πρόκληση. Όταν συναντήθηκε ο Χίρο και η Γερτρούδη, εκείνη είπε:
-Δεν ξέρω αν πληρείς τις προϋποθέσεις.
-Δοκίμασε, απάντησε αποφασιστικά ο Χίρο.
-Που πέφτει η νύχτα? Άρχισε η Γερτρούδη.
-Στο Παλέρμο!
-Πόσες ήταν οι μέρες του Κόνδορα?
-Τρεις!
-Πόσο κάνει ένα και ένα?
-Σε ποια άλγεβρα?
-Τι είναι η θρησκεία?
-Η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου!
-Και οι κοιλάδες να ανοίγονται αποζητώντας τους σπασμούς.
-Τα φιλιά μέχρι τα απόκρημνα βράχια.
-Ποια είναι η αγαπημένη σου τέχνη?
-Της φούγκας.
Η Γερτρούδη ενθουσιάστηκε με τις σωστές απαντήσεις του Χίρο και χαμογέλασε. «Εντάξει λοιπόν μου κάνεις» του είπε και άρχισε να του εξηγεί το σχέδιο.
Όπως είχαμε περιγράψει στο επεισόδιο 8, η Γερτρούδη και ο Πέτκο είχαν αποφασίσει να εκδικηθούν τον Μπάμι Πάνι και τα κωλοπαίδια του. Αρκετά τους είχαν φάει στη μάπα. Η πρώτη πράξη του άψογου σχεδίου εκδίκησης που έστησαν στην οικογένεια Μπάμι ήταν η αλλαγή φύλου των διδύμων. Έχουμε ήδη τονίσει στο παρελθόν τη μεγάλη επίδραση που είχε για την Τζούντι και τον Τάκη το συνεχές μπέρδεμα των ονομάτων τους από τον Μπάμι Πάνι. Η ταυτότητα του κοινωνικού φύλου δεν μπορούσε να στεριώσει σε αυτά τα παιδιά με τίποτα. Η Τζούντι είχε αφήσει μουστάκι ενώ ο Τάκης ξύριζε τα πόδια του. Και άντε αυτός ήταν εντός μόδας, η άλλη με το μουστάκι? Και μόνο αυτό ήταν αρκετό για να τους κάνει να τον μισήσουν, πόσο μάλλον όταν ο Πάνι είχε κάνει και ότι άλλο μπορούσε για να ενισχύσει αυτό το μίσος. Τα έχουμε πει αυτά να μην τα ξαναλέμε και καταντάμε βαρετοί. Και μην περιμένετε να βάλουμε στο σενάριο χωροχρονικά ταξίδια ή πνεύματα, ή οποιονδήποτε μεταφυσικό παράγοντα, ώστε να τραβήξει η ιστορία σε μήκος. Δεν κλείσαμε συμβόλαιο και για τις επόμενες τρεις σαιζόν.
Η Γερτρούδη και ο Πέτκο ώθησαν με πλάγιο τρόπο τα δυο αδέρφια να κάνουν αλλαγή φύλου, ώστε ο Τάκης να γίνει Τζούντι και η Τζούντι Τάκης, σε μια ύστατη προσπάθεια να σταματήσει ο πατέρας τους να τους μπερδεύει. Το σχέδιο εκδίκησης πάτησε στο γεγονός ότι τα παιδιά είχαν ακόμα μέσα τους ένα μικρό κομμάτι αγάπης για τον πατέρα τους. Λίγα ψίχουλα αγάπης υπήρχαν. Ωστόσο, εξανεμίστηκαν ταχύτατα και έτσι το μίσος απέναντι στον πατέρα κατέλαβε το είναι τους. Αυτό το μίσος μπορούσε να εκφραστεί μέσω της δίψας για χρήμα, συγκεκριμένα για το χρήμα-του–πατέρα. Έτσι, θα εκπληρωνόταν ο συμβολικός θάνατος του πατέρα-ανταγωνιστή των παιδιών ως προς τη μητέρα-χρήμα. (και πιθανόν να επέρχονταν και ο βιολογικός θάνατος). Στη χρηματική σχέση, οι δεσμοί της προσωπικής εξάρτησης πραγματικά συντρίβονται και τα άτομα φαίνονται ανεξάρτητα· ελεύθερα να συγκρούονται μεταξύ τους και να ανταλλάσουν μέσα σε αυτή την ελευθερία· φαίνονται όμως έτσι μόνον σε αυτόν που κάνει αφαίρεση από τους όρους ύπαρξης κάτω από τους οποίους τα άτομα αυτά έρχονται σε επαφή.
Η Γερτρούδη και ο Πέτκο άφηναν προσπέκτους (δήθεν τυχαία πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, στο μπάνιο, στο διάδρομο, στην κουζίνα, στα υπνοδωμάτια, στον κήπο, στη βεράντα, στην πισίνα, στη σκάλα και στη σάλα) κλινικών αλλαγής φύλου στην Καζανμπλάνκα και στην Καλαμπάκα. Μετά από λίγο καιρό η Τζούντι ρώτησε τη Γερτρούδη τι είναι αυτά τα περιοδικά και πως ήρθαν στο σπίτι.
-Α, τίποτα, ο Πέτκο τα διαβάζει γιατί ένας φίλος του θέλει να κάνει εγχείρηση αλλαγής φύλου και ζήτησε στον Πέτκο να βρει πληροφορίες, θα του πω να τα μαζέψει. Ο άχρηστος όλο τα σκορπάει και εγώ τα μαζεύω, είπε η Γερτρούδη αγανακτισμένα.
-Και γιατί θέλει ο φίλος του να κάνει αλλαγή φύλου? Ρώτησε η Τζούντι.
-Ο Πέτκο μου είπε πως οι γονείς του φίλου του θέλανε πάντα κοριτσάκι και επιτέλους μετά από τόσα χρόνια θα το έχουν, μάζεψαν λεφτά και ο γιος τους θα γίνει κόρη. Δεν είναι συγκινητικό?
-Ω…ναι, είπε η Τζούντι σαν υπνωτισμένη ενώ η Γερτρούδη έφυγε διακριτικά.
Μέσα σε δέκα μέρες τα αδέρφια είχαν αποφασίσει να κάνουν την εγχείρηση. Όταν επέστρεψαν στο σπίτι ολοκαίνουριοι, η Τζούντι ήταν πλέον Τάκης και το μουστάκι της πήγαινε πολύ, ενώ ο Τάκης είχε μετατραπεί σε μια υπέροχη Τζούντι χωρίς μουστάκι. Είχαν κανονίσει να συναντήσουν τον πατέρα τους στο σπίτι δήθεν για γεύμα. Θα του έκαναν κάτι σαν σουρπράϊζ. Όταν μπήκε ο Μπάμι Πάνι στο σπίτι και τα παιδιά έστεκαν όρθια στη μέση του σαλονιού, είπε:
-Τι χαμογελάτε σα χαζά? Ρε Τάκη τι χάλια μουστάκι είναι αυτό? Πλέον ούτε οι αριστεροί δεν αφήνουν τέτοιο μουστάκι. Και εσύ ρε Τζούντι, σαν αρσιβαρίστας έχεις γίνει, στο χα πει, κόψε το τάι-τσί και τα αναβολικά. Είναι έτοιμο το φαί? Πεθαίνω της πείνας.
Εκείνη τη στιγμή εκείνα τα ψίχουλα αγάπης τα καταβρόχθισε η μαρμάγκα (η) ουσ.[αλβαν. merimage] είδος φαρμακερής αράχνης·Συνων.σφαλάγγι//φρ. τον έφαγε η μαρμάγκα, έπαθε μεγάλη συμφορά.
Η Γερτρούδη και ο Πέτκο, παρόντες αμφότεροι στο περιστατικό, κάνανε τους ξαφνιασμένους και προσποιήθηκαν συμπάθεια στα παιδιά προσπαθώντας να τα παρηγορήσουν. Μέσα τους γελούσαν τόσο δυνατά που παραλίγο να ακουστούν και από έξω. Αυτό ήταν και το φινάλε της πρώτης πράξης της εκδίκησης.
[to be continued…]