Τις μέρες αυτές, τις μέρες της εξέγερσης, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, σταλινικοί και φασίστες, έμποροι και τραπεζίτες, ακαδημαϊκοί και δημοσιογράφοι ενώθηκαν σε ένα κόμμα, το κόμμα της τάξης ενάντια στο προλεταριάτο, το κόμμα της αναρχίας, του κομμουνισμού. Πανικόβλητοι στριγγλίζουν για τις κατεστραμμένες περιουσίες τους, για την αποσταθεροποίηση του κράτους, για τη διατάραξη της θλιβερής τους κανονικότητας. Απέναντι σε ένα ανεξέλεγκτο προλεταριάτο που επιτίθεται, καταστρέφει και λεηλατεί οτιδήποτε εκφράζει υλικά την αποστέρηση μας από τον κοινωνικό πλούτο, την καθημερινή εκμετάλλευση και αλλοτρίωση μας, το κεφάλαιο και το κράτος του δεν έχουν τίποτα άλλο να αντιπαραθέσουν από την ωμή βία: ξύλο και ασφυξιογόνα, ψέματα και απειλές για στρατιωτική επέμβαση.
Δολοφονία: στις 6 Δεκεμβρίου, για μια ακόμη φορά, το κράτος μέσα από το χέρι ενός μπάτσου επιβεβαίωσε την βίαιη υπόσταση του. Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος νεκρός. Όσοι αναρωτιούνται ακόμα για το αν ήταν ένα μεμονωμένο ή ατυχές γεγονός έχουν ήδη πάρει θέση στον κοινωνικό πόλεμο. Στο γλοιώδες υποκείμενο που ονομάζεται Κούγιας μαζί με όσους υποστηρίζουν τις εκδοχές περί εξοστρακισμού της σφαίρας, θα απονείμουμε το Νόμπελ για το σπάσιμο όλων των νόμων της κλασσικής μηχανικής. Θυμίζουμε όμως ότι ο Νόμπελ ανακάλυψε την πυρίτιδα.
Εξέγερση: Το γεγονός της δολοφονίας ήταν ο πυροκροτητής της κοινωνικής βόμβας που εδώ και καιρό κυοφορούσαμε στα μυαλά και στα σώματα μας. Νόμος-πλαίσιο και ασφαλιστικό, μισθοί της ξεφτίλας και εντατικοποίηση της εργασίας, απολύσεις εργαζομένων που σηκώνουν κεφάλι και επισφάλεια, περικοπές και ακρίβεια, ξεζούμισμα και περιθωριοποίηση των μεταναστών, ποινικοποίηση ακόμα και θεσμικών μορφών αγώνα και άγρια βία για όσους δεν είναι έλληνες πολίτες. Από την άλλη η αλαζονεία της κυρίαρχης τάξης που η συνεχής αποκάλυψη των «σκανδάλων» της είναι μόνο τροφή για την επικαιρότητα των μήντια χωρίς καμιά ουσιαστική επίπτωση για τους πρωταγωνιστές. Σε μια πραγματικότητα που o κλοιός της βίας του κεφαλαίου και του κράτους του γίνεται όλο και πιο ασφυκτικός, ήρθε η ώρα μας να απαντήσουμε. Μαθητές, φοιτητές, εργάτες και άνεργοι, σε ένα πολυεθνικό μίγμα (έλληνες, αλβανοί και ρώσσοι) συναντήθηκαν στη στιγμή της εξέγερσης, στιγμή που οι προλετάριοι έρχονται κοντά και ξεπερνούν πρακτικά τους διαχωρισμούς τους.
Πρακτική προλεταριακή κριτική: η επίθεση σε αστυνομικά τμήματα και υπουργεία, σε εμπορικά καταστήματα και τράπεζες είναι η υλική μορφή της κριτικής της ιδιοκτησίας και του εμπορεύματος. Οι καταστροφές και οι λεηλασίες δείχνουν την οργή απέναντι στα κάτεργα που είναι τα διάφορα εμπορικά καταστήματα και αποτελούν την επανοικειοποίηση του κοινωνικού πλούτου έξω από τον κύκλο του κεφαλαίου (εργασία-μισθός-κατανάλωση), κάτι απαράδεκτο για την έννομη τάξη και τη δημοκρατία και όλο το φάσμα των αστικών κόμματων. Βαρεθήκαμε τα κλαψουρίσματα για τα σπασμένα μαγαζιά και τα καμένα εμπορεύματα. Ωστόσο, κανένας από τους υπερασπιστές της ιδιοκτησίας και της τάξης δεν τολμά να μας πληροφορήσει για το γεγονός ότι τα καταστήματα και οι τράπεζες είναι ασφαλισμένες. Επίσης, θα θέλαμε να πληροφορήσουμε αυτούς που δεν διαφωνούν με την καταστροφή των τραπεζών και των μεγάλων εμπορικών καταστημάτων αλλά στεναχωριούνται από το σπάσιμο των «μικρομάγαζων» ή το χάσιμο της δουλειάς εργαζομένων ότι πρώτον, τα μικρομάγαζα ως επί το πλείστον είναι κυψέλες απλήρωτης και ανασφάλιστης εργασίας και δεύτερον κανένας εργαζόμενος δεν έχει παραπονεθεί για το ότι θα χάσει μερικές μέρες από τη δουλειά του, αν ήδη δε συμμετέχει στην εξέγερση. Για την κατάντια των εργαζομένων φταίει η οικονομική πολιτική του κράτους και το κάθε λογής μικρό και μεγάλο αφεντικό. Να προσθέσουμε επίσης ότι από όσο γνωρίζουμε, οι στόχοι της προλεταριακής κριτικής σπάνια συμπεριλαμβάνουν τα καημένα τα μικρομάγαζα. Υπάρχουν άλλωστε και οι έμμισθοι κουκουλοφόροι ασφαλίτες και τα διάφορα παρακρατικά σκουλήκια που προσπαθούν να δυσφημίσουν την εξέγερση επιδιδόμενοι σε βανδαλισμούς και ξυλοδαρμούς που μπορούν να στρέψουν κομμάτια του προλεταριακού κινήματος ενάντια στο ίδιο το κίνημα.
Κριτική της πολιτικής: εντυπωσιακό στοιχείο της παρούσας προλεταριακής έκρηξης είναι η απουσία κάποια πολιτικής αντιπροσώπευσης ή πολιτικών αιτημάτων. Στην εξέγερση η συντριπτική πλειοψηφία δεν καθορίζεται από κάποια πολιτική ταυτότητα. Γι’ αυτό το λόγο οι διάφοροι γραφειοκράτες και πολιτικοί διαχειριστές έχουν χάσει την μπάλα. Γι’ αυτό το λόγο τα μήντια και οι πολιτικοί προσπαθούν να αποδώσουν κάποια πολιτική ταμπέλα στους εξεγερμένους μιλώντας για αναρχικούς ή αντεξουσιαστές. Γι’ αυτό το λόγο το ΚΚΕ και το ΛΑΟΣ μιλάνε για πράκτορες, νταβατζήδες και εμπόρους ναρκωτικών. Σε λίγο θα μας πούνε και για κουκουλοφόρους εξωγήινους. Για τον ίδιο λόγο το υπουργείο παιδείας έφτιαξε ιστοσελίδα όπου μπορεί ο κάθε μαθητής να εκθέσει τα παράπονα του και τις απόψεις τους. Λίγο αργά, βάλτε την ιστοσελίδα μαζί με το σέρβερ στον κώλο σας. Οι μαθητές μιλάνε εκτός των διαμεσολαβήσεων σας, στο δρόμο. Οι μόνοι που φαίνεται να έχουν πάρει μυρωδιά, είναι οι συνασπισμένοι, φυσικά για τους δικούς τους λόγους ψηφοθηρίας. Τέλος, έχουμε και μερικούς ηλίθιους ακαδημαϊκούς και ειδικούς αναλυτές που προσπαθούν δήθεν να αναλύσουν την εξέγερση χρησιμοποιώντας επιχειρήματα, τα οποία θυμίζουν εκθέσεις πανελληνίων.
Το κόμμα της τάξης, έχει εξαπολύσει όλες τις μορφές καταστολής και ελέγχου που διαθέτει. Εκτός από τα ένστολα γουρούνια ξαμόλησαν και τα φασιστοειδή, βάλανε στο παιχνίδι μερικούς νοικοκυραίους, και φυσικά από τη συντριπτική πλειοψηφία τον μήντια, δεν ακούς τίποτα άλλο παρά τρόμολαγνεία και παράνοια: αλόγιστες και ανυπολόγιστες ζημιές, προσπάθεια διαχωρισμού εξτρεμιστών-ειρηνιστών, ρατσιστικός εμετός (έλληνες διαδηλωτές-αλλοδαποί πλιατσικολόγοι), μέχρι και το σοκ που υπέστησαν οι καημένοι τουρίστες που δεν μπορούν να βγουν από τα ξενοδοχεία τους μας παρουσίασαν. Έχουν φτάσει σε τέτοιο ζόρι που μπάτσοι και κανάλια στήσανε μια απίστευτη ιστορία: βάλανε μερικά γουρούνια να μοιράζουν τριαντάφυλλα σε περαστικούς. Όλα τα παραπάνω δείχνουν την τεράστια αδυναμία του κόμματος της τάξης να πείσει καθώς και την ισχύ της παρούσας προλεταριακής εξέγερσης. Εμείς βλέπουμε ανθρώπους να χειροκροτάνε τις πορείες, να περιθάλπουν διαδηλωτές, να βρίζουνε και να πετάνε γλάστρες στους μπάτσους. Βλέπουμε ανθρώπους που αναγνωρίζουν πλέον το κράτος ως τον ηθικό αυτουργό της βίας.
Σύντροφοι προλετάριοι, τώρα γράφουμε ιστορία, είναι στο χέρι μας να συνεχίσουμε να τη γράφουμε οδηγώντας σε συνθήκες όπου η επιστροφή στην κανονικότητα θα είναι αδύνατη.

Η εξέγερση ανέστησε το φούφουτο! Αυτά ειναι…
ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΕΞΕΓΕΡΜΕΝΟΥΣ ΝΕΟΥΣ
Από ψηλά εκοίταξε
με τα μεγάλα μάτια της,
το χέρι άπλωσε
σα να μιλούσε σ’ όληνε την Πλάση
και διάταξε: όποιος βλέπει καθαρά
να μιλήσει.
Από τις εκατό μυριάδες
είκοσι άντρες εσηκώθηκαν
χωρίς φωνή να βγει από τα χείλη τους.
Και είπε πάλι: όποιος από σας έχει φωνή
να μιλήσει.
Και οι δεκαπέντε κάθισαν.
Κι είπε στους πέντε:
όποιος από σας είναι αγνός
να μιλήσει.
Τότε οι άλλοι τέσσερες εκάθησαν
και εκατάλαβα ότι ο κλήρος
είχε πέσει σε μένα.
Και εμίλησα με τούτα τα λόγια:
Ελληνόπουλα
μη σας παγιδεύουν.
Οι αρχαίοι έλληνες δεν είναι πρόγονοί σας.
Σας κοροϊδεύουνε.
Φρούδα η κληρονομιά σας ελληνόπουλα.
Με τους αρχαίους έλληνες σχέση καμία-ευτυχώς-
δεν έχετε ελληνόπουλα.
Με τους αρχαίους έλληνες φιλόσοφους
που πληρωμένα υμνούσαν την πλουτοκρατία,
που είπαν τις μεγαλύτερες
βλακείες που ειπώθηκαν ποτέ-
και καταστρέψανε μ΄ αυτές τον κόσμο-
σχέση καμιά δεν έχετε ελληνόπουλα.
Με Περικλήδες κι άλλους εκμεταλλευτές
της δυστυχίας των λαών του τότε κόσμου
τίποτα δε σας δένει ελληνόπουλα.
Και το Βυζάντιο ελληνικό
δεν ήταν ελληνόπουλα.
Καμία σχέση.
Μερικοί μόνο
τη γλώσσα την ελληνική μιλούσαν
όπως εσείς την αγγλική μιλάτε τώρα-
είσαστε εγγλέζοι;..
Οι έλληνες έσβησαν από τους τόσους
αρίθμητους λαούς
που κατακτήσανε τον τόπο σας
ελληνόπουλα.
Πιασμένοι από άγνωστους-
αλλοσπαρμένα είσαστε ανεμομαζώματα
ελληνόπουλα.
Όμως εσάς, τ’ αφεντικά σας
με ψεύτικες γεμίζουν το κεφάλι σας περγαμηνές
και θέλουν να σας κάνουν να πιστέψετε
ότι συνέχεια είσαστε όλων εκεινών.
Με τέτοιους πρόγονους για δόλωμα-
δανδήδες μαστροπούς-πλαστούς κι αυτούς
συλλογιστείτε
τι ψάρια να πιαστούν μπορούνε…
Θέλετε αυτά τα ψάρια ελληνόπουλα να είστε σεις;
Με λέξεις που δε νιώθετε,
με σκέψεις που ποτέ δεν κάνατε,
με άλλων συμφέροντα
με σάπια ιδανικά σας συντυλίγουν ελληνόπουλα
και στη σακούλα του πελάτη Χρόνου
φτηνοπουλημένους σας πετάνε,
καθώς εκείνοι ζούνε τη μεγάλη τους ζωή
μέσα σε φράκα διπλωτοί και τριγυρίζοντας
από δεξίωση σε δεξίωση και λόγους βγάζοντας
που από ιερογλυφικά
πιο ακαταλαβίστικοι σας είναι.
Ποιοι ‘ναι αυτοί που ζουν με τη ζωή σας;
Ποιοι που τον κόπο σας, θρασείς, τρυγάνε;
Ποιοι είναι που στ’ όνομα
κάποιας κοινής καταγωγής-
που εκείνοι από το τίποτα ζωγράφισαν-
σας έχουν δούλους κι υπηκόους τους
και σαν λεμόνια όποτε θέλουνε σας στύβουν;
Ποια σχέση έχετε σεις με τους απόγονους
τουρκοπροσκυνημένων κοτζαμπάσηδων;
Ποια σχέση έχετε σεις με τους απόγονους
φαναριωτών που για χιλιετηρίδες λεηλατούσαν-
στεριανοί ανόσιοι πειρατές-
ανατολή και δύση,
κι όποιων τυχάρπαστων προστρέξανε
σαν η βαλανιδιά Τουρκία έπεσε κάτου
να ξυλιστούν κι αυτοί και τα δισέγγονά τους;
Ποια σχέση έχετε σεις μ’ αυτούς
που έχουνε στο σβέρκο σας καθίσει,
και τα’ αχαμνά σας σπιρουνίζοντας πλευρά
σας πάνε όπου να τους πάτε θέλουν;
Ποια σχέση έχετε-τι με δαύτους σας ενώνει
έξω απ’ ό,τι
τους δούλους με τους αφεντάδες τους ενώνει;
Τι σας ενώνει έξω από το γυάλισμα που κάνετε
των παπουτσιών και των ασημικών τους ελληνόπουλα;
Κι ως πότε-ως πότε θ’ ανεχόσαστε
σεις να ιδρώνετε και να πονάτε
κι από τον ίδρω και τον πόνο σας αυτοί
μπογιές να δένουν που μ’ αυτές
μ’ ωραία χρώματα να ζωγραφίζουν
οάσεις σαν τις ψεύτικες εκείνες της ερήμου
που εκεί με μούτρα βρώμια και διψάρικα
πέφτετε μέσα εσείς ξεγελασμένοι;
Πάρτε όνομ’ άλλο ελληνόπουλα να μην
αυτός που ακούει τ’ όνομά σας σάς λυπάται.
Πάρτε όνομ’ άλλο ελληνόπουλα να μη
σφετεριστές σας λένε ονομάτων.
Πάρτ’ ένα όνομ’ άλλο ελληνόπουλα
και τιμήστε το
δικό σας κάνοντάς το.
Πάψετε να ‘χετε γι ασπίδα και κοντάρι σας
κάποιους που σχέση ούτε μια
δεν έχετε μαζί τους.
Πάψτε ανθρώπους ξένους με τη ράτσα σας
προμετωπίδα στο βιβλίο που εσείς
να γράψτε θέλετε
ν’ αφήνετε να σας κολλάνε.
Τόσο ανίκανους σας θεωρούν-
τόσο ανάξιους-
που δίχως σπρώξιμο ουτ’ ένα βήμα
να μην μπορείτε τάχα μόνοι σας να κάνετε.
Μα σεις
απάνω στο αναπηρικό το καροτσάκι που σας κάθισαν
νιώθετε άνετα να ‘στε βαλμένοι;
Κοιλοπονέστε σεις μονάχοι ελληνόπουλα
και σεις γεννήστε την πατρίδα που σας πρέπει.
Νόθα πατρίδα σεις να μεγαλώνετε
και να νταντεύετε γιατί-
ανίκανοι είστε σεις για να ‘χετε παιδί δικό σας;
Πάψτε να λέτε “οι αρχαίοι πρόγονοί μας” ελληνόπουλα
κι αρχίστε “εμείς” να λέτε..
Τα περασμένα έτσι κι αλλιώς αφήστε τα.
Τα μέλλοντα κανένας δεν τα ξέρει.
Το Τώρα ελληνόπουλα υπηρετείστε.
Δικόν σας
τώρα φτιάχτε ένα θεό,
εσείς, με τα δικά σας χέρια,
και σ’ αυτόν προσευχηθείτε.
Δεν το μπορείτε-ούτε αυτό δε σας αφήνουν;
Κάντ’ ένα εργοστάσιο
που τυραννοκτόνα όπλα
να φτιάχνει και ριχτείτε στη δουλειά.
Δεν το μπορείτε ούτε αυτό;
Τότε χαλάστε ό,τι όρθιο μένει.
Γκρεμίστε,
ισοπεδώστε
τον τόπο που σας έδωσαν να ζείτε
και την ερμιά -που εσείς,
ΕΣΕΙΣ θα ‘χετε φτιάξει-
πατρίδα πέστε την.
Αυτή θαν’ η πατρίδα σας γιατί πατρίδα
φτιαγμένη από σας θα είναι.
Θέτε να χτίστε μήπως-τέτοιαν έχετε πνοή;
Τ’ άχρηστα πάρτε,
τα γελοία
τ’ αρχαία τ’ αγάλματά τους
σπάστε τα πέτρες και με κείνα χτίστε
μία πατρίδα που να σας ταιριάζει.-ναι,
πατρίδα φτιάχτε από τα παλιολίθαρα.
Δικό σας κάντε κάτι και δικό σας μόνο.
Τότε και μόνο τότε
μπορείτε να ‘σαστε υπερήφανοι
ότι και σεις κάνατε κάτι.
Τι καρτερείτε άπρακτοι ελληνόπουλα;
Μήπως δεν έχετε τα κότσια τη μεγάλη
τη σκάλα ν’ ανεβείτε
που χάνεται η άκρη της στα ουράνια;
Καλά. Δε βλάφτει.
Το σκαλί το πρώτο της ανέβετε
και κείνο κατοχή σας και πατρίδα κάντε.
Και αν τολμήσει-
ας έρθει κάποιος από κει για να σας διώξει-
σα σκύλοι λυσσασμένοι πέστε απάνω του
θανατοδάγκωτος να φύγει.
Κι αυτή θα είναι η δόξα σας αδέρφια ελληνόπουλα.
και όχι η ψεύτικη που δίνουν
ελεημοσύνη στο απλωμένο χέρι σας-
οι καλοβολεμένοι απανωσκαλίτες.
Κοιτάτε,
η γενιά των σημερνών πατριδοκάπηλων
ειν΄ έτοιμη σε τελετή σεμνή
πατρίδα μία ξένη να σας παραδώσει.
Αρνηθείτε την!
Προτού απ’ την έναρξη της πουλημένης τελετής
γκρεμίστε τις εξέδρες.
τις σημαίες ξεσκίστε,
και στα πτώματα των επισήμων πάνω
πατώντας, με φωνή που ν’ ακουστεί ως τ’ άστρα
να ηχήσει αφήστε ο καινούργιος σας παιάνας
φτιαγμένος απ’ τις τελευταίες πνοές εκείνων
που ως τώρα δέσμιους σας κρατούσανε
σε φυλακές ξενοχτισμένες.
Δεν έχετε ιστορία ελληνόπουλα.
Φτιάχτε τη σεις αν θέλετε
δική σας πέρα ως πέρα να ‘ναι.
Λειψή, κακότροπη, άδοξη, μικρή ή μεγάλη
μα να ‘ναι αληθινή.
Και να ‘ναι όλη δική σας ελληνόπουλα.
Τότε και μόνο τότε
περήφανοι θα σας αρμόζει να ‘σαστε ελληνόπουλα-
όταν σε ξένες πλάτες πάνω
θα πάψετε να κουβαλιέστε
και να γινόσαστε περίγελως
των όπου γης λαών.
Κι ούτε υπήρξε εικοσιένα ένδοξο ελληνόπουλα.
Οι ήρωές τους υστερόβουλοι αριβίστες
που στον μεγάλο το λουφέ είχανε το νου τους.
Κι ό,τι αν σας λένε ότι κάνανε
το χύνουν πρώτα στα καλούπια τα δικά τους
οι διαταγμένοι ιστορικοί
και όπως θέλουνε σας το σερβίρουν ελληνόπουλα.
Το εικοσιένα ελληνόπουλα
ένα καπρίτσιο των μεγάλων ήταν των δυνάμεων
που θέλησαν-γιατί το κρίνανε συφέρο τους-
κράτος να φτιάξουν ένα εκεί που παλαιά
εζούσαν κάποιοι που έλληνες τους λέγαν.
Φτιάχτε το εικοσιένα σας.
Το εικοσιένα το δικό σας, το αληθινό.
Τη χώρα σας οι ξένοι τη λευτέρωσαν
για τούτο και αυτοί μέχρι και σήμερα
τη διαφεντεύουν.
Κι αν σας φουσκώνουν τα μυαλά με δόξες
και μ’ ελευθερίες
και με λάβαρα
είναι γιατί να τρώνε θέλουνε απ’ τον πόθο σας
για μια πατρίδα αληθινή κι αλήθεια δοξασμένη.
Και ποιος λαός δεν έχει δόξα ελληνόπουλα;
Λαοί που δεν πολέμησαν γενναία
νικήθηκαν και χάθηκαν και δεν υπάρχουν πια.
Όλοι οι λαοί που σήμερα
στης γης τη φλούδα πάνω ζούνε
υπάρχουν γιατ’ ειν’ ένδοξοι ελληνόπουλα.
Σας βάζουνε για τις χαμένες σας να κλαίτε τις πατρίδες.
Για κάποια Σμύρνη
κάποιαν Αλεξάνδρεια και γι άλλες
ξένες πολιτείες και χώρες’
και τώρα τελευταία για κάποια Κύπρο.
Ήταν αυτές πατρίδες ελληνόπουλα δικές σας;
Δουλέψατε, ιδρώσατε, ή μήπως φάγατε απ’ αυτές;
Κείνοι που τρώγανε ας κλάψουνε για το χαμό τους.
Εσάς σας είχανε να πολεμάτε μοναχά για κείνες.
Δεν είχατε ποτέ πατρίδες ελληνόπουλα
πάρεξ αυτές που φκιάσατε μονάχοι.
Και σεις μονάχοι τίποτα δε φκιάσατε.
Γι αυτό δεν έχετε πατρίδα ελληνόπουλα.
Πίσω από τα φουστάνια τρέχετε
κάποιας πατρίδας-φάντασμα
και στηριζόσαστε σε δεκανίκια-κάλπικα κι αυτά.
Κι αν κάποιοι ονειρόπαρτοι ποιητάδες
δεν έχουν τι να κάνουνε και με τα λόγια
με τον συνεπαρμό και με τη λόξα τους
υμνούνε ανύπαρκτα ιδανικά
και χλαίνες τρυπημένες κι αμπελοκυρές
και άλλα τέτοια κουραφέξαλα,
ποια σχέση έχουν αυτά με την αλήθεια;
Και η αλήθεια είν’ ελληνόπουλα
πως είσαστε έκθετοι στην ίδια σας απέναντι
τη λογική και την αξιοπρέπεια-αν έχετε-
και την ανθρώπινην υπόστασή σας.
Φτιάχτε πατρίδα μια δικιά σας ελληνόπουλα.
Χτίστε την μ’ αίμα, ή με ιδανικά, ή με λάσπη κι άχυρα
όμως δικιά σας να ‘ναι και δικιά σας μόνο.
Φκιάστε φιλόσοφους δικούς σας σημερνούς,
φκιάστε βυζάντια κι εικοσιένα και σαράντα,
και ποιητές δικούς σας βάλτε-
αληθινούς-
να τα υμνούνε.
Αληθινό σκαρώστε κάτι ελληνόπουλα.
Κάντε αρχή-
ως πότε θα ‘στε αντρείκελα-ως πότε
για ψεύτικες και ξένες
δόξες και πατρίδες να παινεύεστε;
Αλλά προτού,
χαλάστε όλα τα πριν-
τα ψεύτικα
και τα γελοία
και τα φτιαχτά, που ικανά
για να πλουτίζουνε μονάχα είναι
κείνους που τα ‘πλασαν
και σας τα δίδαξαν
και σας εκάνανε να τα πιστέψετε
για να σας έχουν δούλους στα παλάτια τους.
Και το πιο κύριο ελληνόπουλα, όνομα αλλάξτε.
Οι έλληνες ήσαν έλληνες.
Σεις έλληνες δεν είστε.
Οι έλληνες ήτανε ληστές
Σεις από τη δουλειά σας μόνο ζήστε.
Οι έλληνες ήτανε καταχτητές.
Εσείς ούτε πατρίδα έχετε ακόμα.
Οι έλληνες ήταν πολεμόχαροι.
Εσείς ζητείστε την ειρήνη.
Οι έλληνες εσκότωναν όποιον σκεφτόνταν λεύτερα.
Σεις όλοι λεύτερα σκεφτείτε.
Οι έλληνες αεροβατούσαν-σεις
γερά στη γης πατήστε πάνω.
Αλλάξτε όνομα ελληνόπουλα
βρωμιά το νέο σας όνομα να μη θυμίζει
και βαρβαρότητα κι απανθρωπιά.
Δείξτε πως ξέρετε να είστε λεύτεροι
απ’ όποια χαλκευμένα έντεχνα δεσμά.
Δείξτε πως ξέρετε πως σας μεταχειρίζονται
και πάρτε πια
τις τύχες σας στα χέρια τα δικά σας.
Υπάρχει ένα βιβλίο που στα φύλλα του
οι πράξεις γράφονται θεών κι ανθρώπων,
και τα’ ανεμοψιθύρισμα, κι η ανάσα
των άδολων πουλιών, κι οι σκιές των ήλιων,
και του έρωτα η ξέγνοιαστη βιασύνη.
Υπάρχει ένα βιβλίο που τα φύλλα του
στ’ άγια του Αεί τα πλάτια ιερουργούνε.
Υπάρχει ένα βιβλίο που άψυχα όταν
τα σώματα θα πέσουν των πραγμάτων
κείνο η ψυχή του Σύμπαντος θα είναι
κι η πεμπτουσία θα ‘ναι των πνευμάτων.
Υπάρχει ένα βιβλίο φωτοστόλιστο
που λάμνει μέσα στ’ άϋλο των αιθέρων
κι ανάμεσα κυλάει στις σελίδες του
ποτάμι αθώρητων στο μάτι αστέρων.
Και το βουερό φιδίσιο αστεροπλήθος
καθώς λαμπρό κι ανάλαφρα κυλάει
γράφει ό,τ’ είναι άξιο απ’ ό,τι εγίνει
στα χάη των ατέλειωτων συμπάντων.
Και το βιβλίο αυτό λευκά κρατεί τα φύλλα
που ‘ναι για την Ελλάδα προορισμένα.
Και τις κρατεί για σας παιδιά γενναία
που, φοβεροί εκδικητές, ζητάτε
το αίμα να πάρτε πίσω του λαού σας
μέσ’ απ’ τις φλέβες κείνων που το ήπιαν,
με δίκοπο χαλώντας τες μαχαίρι.
Θα λέει για σας παιδιά -φτερά του ονείρου
θα λέει για σας παιδιά-βλέμμα αετίσιο
θα λέει για σας παιδιά που ό,τι ακούτε
να λένε οι άθλιοι οι πολιτικοί σας,
το ξέρετε αλήθεια πως δεν είναι.
Θα λέει για σας παιδιά που όσα γράφω
μες στης ψυχής σας την ψυχή μιλάνε’
για σας παιδιά μου που θωρώντας γύρω
βαθιά το νιώθετε πως όλα τούτα
κάπως αλλιώτικα θα ‘πρεπε να ‘ναι.
Θα λέει για σας παιδιά που πολεμάτε
με τον εαυτό σας για να δυνηθείτε
σε σφαίρες υψηλές, μάχες να δώστε
μάχες όπου της νίκης το στεφάνι
ο αφανισμός θα είναι των αχρείων.
Θα λέει για σας εκδικητές της φτώχειας
και των βασάνων και της δυστυχίας.
Για τον παλμό που δώσατε στη φύση
άλλονε απ’ αυτόν που ‘χε γνωρίσει
χρόνια και χρόνια και χιλιετίες-
παλμό ελπίδας και παλμό ευθύνης
παλμό αγάπης για τη δόλια Ελλάδα,
παλμό δικαιοσύνης και αλήθειας,
παλμό την αλλαγή που γοργοθρέφει
για να ‘ρθει ολόσαρκη και να θερίσει
με το κυρτό της κοφτερό δρεπάνι
κάθε τι σάπιο και φαυλοπλασμένο
και με τ’ αδρό σφυρί της να γκρεμίσει
κάθε τι άνομο που με ιδρώτα
κι αίμα της φτώχειας είναι υψωμένο.
Σε σας μιλάω ελληνόπουλά μου
που τη σωστή κατέχετε την κρίση.
Σε σας τα λέω ελληνόπουλά μου
που μες στα στήθια σας ψυχή κρατείτε
που δε σχωρνάει ανθρωπιάς προδότες
μόνο τους στέλνει ευθεία στο χαμό.
Σε σας τα λέω ελληνόπουλά μου
που ‘ναι το χέρι σας λαιμών κοφτήρι
και που όπλο αντί τριαντάφυλλο κρατείτε.
Και θα ‘ρθετε-η ώρα σας να! φτάνει.
Χάος δε γίνεται το Χάος να μείνει.
Να πληρωθεί ζητάει. Κι η δική σας
η παρουσία θα το πλημμυρίσει
όχι με πράγματα μα με ψυχές
όχι μ’ ανθρώπους μα με θεούς με σάρκα.
Εδώ είστε-ναι-η ώρα σας-να την!-ήρθε.
Ζωή στην εκμετάλλευση δε μένει.
Η αδικία τα λοίσθια-να την!-πνέει.
Την τελευταία τους πνοή αφήνουν
η διαφθορά κι η ντροπερή δουλεία.
Είσαστ’ εδώ-η ώρα σας να! ήρθε!
Σε σας τα λέω αυτά παιδιά που αύριο
διαφεντευτές θα είστε αυτής της χώρας.
Κάψτε, ρημάξτε, μην αφήστε όρθια
πέτρα στην πέτρα πάνω, αν ιδείτε
πως έτσι η κάτω πέτρα υποφέρει.
Και μεις θα σας κοιτάζουμε μ’ ελπίδα.
Τόλμη κι απόφασή σας θα ευλογάμε
και θα ζηλεύουμε καθώς στους δρόμους
με πάτημα γατίσιο προχωράτε
με μάτι αητού θωρώντας ένα γύρω.
Άγια η ώρα που ανοιχτούς σας ‘γέννα
σε λευτεριάς και δικιοσύνης γνώμη.
Κι άμποτε ίδιες νάτανε οι γέννες
όλωνε των μανάδων της πατρίδας
που έχει εσάς καλοί μου γεννημένους.
Τότε η λευτεριά θ’ αντρειωνόταν
μαζί με τη δική σας αντροσύνη
κι η ανθρωπιά θα μύρωνε το χώρο
με άνθη ισότητας και δικιοσύνης.
Μα λίγοι ας είσαστε ίσως παιδιά μου’
Κι ας είναι οι πολλοί προσκυνημένοι’
αλλά γι αυτό και η σεπτή σας τόλμη
φρούδα δεν πρέπει νάναι-πρέπει κάθε
φωτιά που ανάβετε να κατακαίει
κακά πολλά μαζί κι άνομων πλήθος.
Πρέπει ακόμα ούτε μία σφαίρα
χαμένη απ’ τ’ όπλο σας να μην πηγαίνει.
Και πρέπει οι στόχοι σας παιδιά μου να ‘ναι
όχι μακριά, που βλήμα δεν τους φτάνει
μα κοντινοί, στα χώματά μας μέσα-
τα ντόπια τα χωράφια είναι σκοπός μας
να καθαρίσουμε από τα ζιζάνια
ώστε ακώλυτα ν’ ανθίσει εντός τους
της ανθρωπιάς το εύοσμο το ρόδο
που όληνε τη χώρα θα ευωδιάσει.
Και θέλετε αλάθευτο έναν τρόπο
να βρίσκετε στα γρήγορα το στόχο;
Όπου θα δείτε τσέπη να φουσκώνει
τότε χτυπάτε αλύπητα παιδιά μου’
έτσι καρδιά θα βρίσκει το μαχαίρι
κι οι φλόγες πάντοτε στάχτες θ’ αφήνουν.
Δίπλα σας είναι οι στόχοι σας παιδιά μου.
Νάτοι! Κοιτάξτε αυτόν τον εργολάβο
πούχει πλουτίσει παίρνοντας τα σπίτια
που ‘χαν γριούλες έρμες μονεσμένες
και δίνοντας σε χτίστες και μαστόρους
της πείνας μεροκάματο και τοίχους
φτιάχνοντας που ο σεισμός τους ρίχνει ο πρώτος…
Τι περιμένετε λοιπόν παιδιά μου;
Αυτός σφαχτάρι πρώτο σας ας είναι.
Και να! Τον έμπορο αυτόν κοιτάξτε
που χρώματα πουλάει στις γυναικούλες
να βάψουνε το δώμα είτε τα ρούχα
και δυο ευρώ τού δίνουνε και κείνος
αξίας δυο λεπτών τους δίνει χρώμα.
Τι τον φυλάτε νέοι μου λεβέντες;
Ας πάει στον δίκιο του χαμό και κείνος.
Βάλτε φωτιά στις τράπεζες-τα κτίρια
που αντίς για πέτρες με κορμιά χτιστήκαν
κι αντίς νερό κι ασβέστη, ιδρώτα κι αίμα.
Και κάθε που τα όπλα σας θ’ αστράφτουν
το χαλασμό ας φέρνουν στους κρατούντες’
κι οι βόγγοι ας αντηχούνε και οι θρήνοι
αυτών που απ’ το μαστίγιο αναγκεμένοι
τα νιάτα τους βορά έχουνε δώσει
στο μιαρό του χρήματος θηρίο
στους αιμοβόρους φαύλους που υπακούει.
Αλλά παιδιά μου όχι τα κτίρια μόνο’
Οι τραπεζίτες κι όλοι όσοι μέσα
σε τέτοιο εργάζονται φριχτό ένα χώρο
τα πρώτα θύματα δεν πρέπει να ‘ναι
της νεανικής και δίκαιας ορμής σας;
Δεν θα ‘ναι το έργο σας να ξεκοιλιάστε
με το χρυσό που τρώνε το μαχαίρι
τα βρωμερά κορμιά των μεγιστάνων
της δύναμης, του αίσχους και του πλούτου;
Δεν πρέπει η φλόγα σας να κατακάψει
τις παχουλές των δολερών τις σάρκες
κι η τσίκνα τους δεν πρέπει όλη τη χώρα
σαν ιερός καπνός να την τυλίξει
να ευφρανθούν οι οσφρήσεις όλων κείνων
που ως να σβήσουνε τσιτσιριζόνταν
στη σκάρα της φωτιάς των πλούσιων πάνω;
Δεν ειν’ οι πλούσιοι τάχατες παιδιά μου
που τα παιδιά σκοτώνουν της Ελλάδας
για νάχουνε πισίνα στην αυλή τους;
Δεν ειν’ οι πλούσιοι τάχατες παιδιά μου
που στα σκυλιά χαλάν περιουσίες
ενώ οι φτωχοί σαν τα σκυλιά πεθαίνουν;
Δεν ειν’ αυτοί που κάνουν τους πολέμους
για να πλουτίσουνε μ’ αίμα δικό σας;
Σε σας μιλάω ελληνόπουλά μου.
Που είστε απόγονοι, σας λένε, κάποιων
που κάποτε σ΄αυτό τον τόπο εζήσαν.
Και σας το λέν αυτό για να θαρρείτε
πως κάτι σας ενώνει, ώστε κράτος
να φτιάξουν και με κείνο για σημαία
σ’ ανίερους πολέμους να σας στέλνουν
τα πλούτια τους αυτοί για ν’ αβγαταίνουν;
Λοιπόν παιδιά, που δίπλα μας στεκόστε
ξέρετε τώρα ποιόνε θα χτυπήστε-
τα κτήνη πούχουν πάρει όψη ανθρώπου.
Και ναι στο χαλασμό λεωφορείων
που κρατικά παινεύονται πως είναι.
Σ’ ανατινάξεις ναι κτιρίων του κράτους-
σχολείων, υπουργείων, τραπεζών…
Ναι σε καταστροφές σπιτιών πλουσίων
ναι σε καταστροφές αποθηκών
σε δρόμων, γεφυρών ανατινάξεις
σε ΟΤΕδες σε ΔΕΗδες σε νερά.
Ναι σε βαυλιάγματα πλοίων ανόμων
σε σιδερόδρομων κι αεροπλάνων
ανατινάξεις και δολιοφθορές.
Ναι σε καταστροφές καταστημάτων
σε κάθε χαλασμό ναι-πάλι ναι-
όλα ισοπεδώστε τα παιδιά μου
αφού όλα τ’ άδικο υπηρετούνε
κι όλα στηρίζουνε σάπιο ένα κράτος.
Ναι στην καταστροφή όλων που ανήκουν
στο κράτος-στην απαίσιαν εταιρία
που οι κακοήθεις φτιάξανε κι οι φαύλοι
για νάχουν δύναμη να κατατρέχουν
και να εκμεταλλεύονται τη φτώχεια .
Τη φτώχεια που την έχουν καταφέρει
τρομοκρατώντας τήνε κάθε μέρα
να δέχεται άφευγο κακό πως είναι
οι άλλοι να καλοζούν ενώ εκείνοι
χίλιες φορές την ώρα να πεθαίνουν.
Τη φτώχεια που την έχουν καταφέρει
να λέει δίκαιοι πως είναι οι νόμοι
που άλλους φτωχούς αφήνουνε και άλλους
μες στη χλιδή τους έχουνε να ζούνε.
Τη φτώχεια που την έχουν μαθημένη
να χαίρεται ένα κόκκαλο σα βρίσκει
την πείνα της μ’ αυτό να λιγοστέψει,
και ν’ αγαπά και με λατρεία να γλύφει
το χέρι που της τόχει πεταμένο.
Τη φτώχεια που την έχουν δασκαλέψει-
και, η έρμη, έχει απόξω μαθημένα-
ότι θεός υπάρχει που εκείνος
τα πράγματα φτιαγμένα έτσι τα ‘χει.
Τη φτώχεια που το φόβο έχουν βάλει
μες στο μυαλό, το φόβο στην ψυχή της,
στις πράξεις και στις σκέψεις της το φόβο,
για να μπορούνε άφοβα εκείνοι
σαν τα παχιά κι αναίστητα γουρούνια
το αίμα τους ήσυχοι να τους ρουφάνε.
Ναι στον ξολοθρεμό αυτών που ανήκουν
στο κράτος-την απαίσιαν εταιρία.
Και ναι στο ξεθεμέλιωμα γραφείων
του κου κου ε που χιλιοπροδομένον
άφησε το λαό στην κρίσιμη ώρα
κι έτρεξε ν’ αγκαλιάσει τα οφίτσια
που του προσφέρανε άνομοι ξένοι.
Όχι στο κου κου ε που μόνο λόγια
και διακηρύξεις είναι φουσκωμένες
ενώ οι διαταγμένες του οι πράξεις
νερό ειναι στου κεφάλαιου το μύλο-
όχι στο νέο του ανθρώπου τ’ όπιο.
Ρίξτε τους πύργους του πανάθλιου κράτους
η κοινωνία νάρθει της αγάπης
απάνω στα συντρίμμια τους ν’ ανθίσει.
Και νά ‘χει ο καθένας όλα εκείνα
που τη ζωή ανθρώπινη την κάνουν.
Φαύλο το κράτος, φαύλοι και οι κύκλοι
που μέσα τους σαν κύστεις θυγατέρες
εχινοκόκκου δολερά πλανιούνται.
Φαύλες κι οι εφορίες, το καλάμι
που βουτηγμένη μια του έχει άκρη
στον ίδρω του λαού, ενώ στην άλλη
σε ρούφηγμα κλεισμένα είναι τα χείλη
των εργοστασιαρχών, των κερδοσκόπων,
κι όλων αυτών που καλοζούν πατώντας
στα κακοθάνατα τα πτώματά μας.
Όμως μικρή μην κάνετε χαλάστρα
παιδιά μου στου κακού μέσα τη ρίζα.
Μετά το κάθε άγιο χτύπημά σας
δέστε και κάνετε το λογαριασμό σας.
Οι υπουργοί αδέρφια μου χαθήκαν;
Οι διευθυντές Οργανισμών χαθήκαν;
Οι μεγαλοβιομήχανοι χαθήκαν;
Οι μεγαλογιατροί πια δεν υπάρχουν;
Οι δικηγόροι σβήσαν οι μεγάλοι;
Οι δημοσιογράφοι οι πουλημένοι;
Μήπως οι ξακουσμένοι καλλιτέχνες;
Οι αδίστακτοι επιχειρηματίες;
Μήπως οι διανοούμενοι οι μεγάλοι
με τα φανταχτερά πονήματά τους;
Μή κάποιοι απ’ αυτούς δεν εχαθήκαν;
Μην ειν’ ακόμα δίπλα μας, ολόρθοι,
και με το που γλιτώνουνε γελάνε;
Ξαπλώστε τους στο χώμα μέσα όλους
αυτούς τους καρχαρίες της ζωής σας.
Ξαπλώστε κι όποιον άλλονε τολμήσει
τη θέση εκείνου πούπεσε να πάρει.
Και τότε μόνο αυτοί θα καταλάβουν
πως ή σαν άνθρωποι έχουν να ζήσουν
ή σαν εχθροί του ανθρώπου να χαθούνε.
Δέστε τους πώς κορδώνονται παιδιά μου,
και ύφος παίρνουν και: “εμάς”, καυχιούνται,
“μάς ψήφισε ο λαός κι αυτός μας έχει
τη δύναμη να κυβερνούμε δώσει”.
Έχουνε λογική αυτοί παιδιά μου;
Αφού δυο κόμματα έχουνε φτιάξει
την εξουσία με σειρά που παίρνουν
κι αφού κανέναν άλλο δεν αφήνουν
κόμμα να φτιάξει και να διεκδικήσει
κι αυτός την ψήφο του άμοιρου λαού σας
ύστερα λενε: “ο λαός μάς θέλει
γι αυτό κυβέρνηση μάς έχει κάνει”.
Τους διάλεξε ο λαός όπως ο αγρότης
τον πάγο ή την ξηρασία διαλέγει.
Τους ψήφισε ο λαός όπως ψηφίζει
ο πεινασμένος ποντικός τη φάκα.
Γι αυτό παιδιά μου μη να βρείτε θέτε
στόχους απ’ την πατρίδα μας πιο έξω.
Εδώ ειν’ οι στόχοι κι ολοι είναι δικοί σας-
για σας έχουν στηθεί-κοιτάξετέ τους
να! στ’ αυτοκίνητά τους μέσα τώρα,
στο δρόμο αύριο, στα ταβερνεία
στις δεξιώσεις και στις συγκεντρώσεις,
στα σπίτια τους, στις σύναξες εκείνες
πολλούς μαζί που νάβρετε μπορείτε,
στ’ αεροπλάνα και στα τρένα μέσα…
Απ’ τη γιορτή πετάξτε τους της ζήσης
που λιτανεία την κάνανε θανάτου.
Σηκώστε τη σημαία του χαμού τους’
σκεφτείτε-οι φτωχοί μυριάδες είναι
κι όλοι από σας ζητάνε σωτηρία.
Κι αν μέρος στη σφαγή αυτοί δεν πάρουν
όμως μαζί σας θάναι η ψυχή τους
σε κάθε νιας σφαγής το πανηγύρι.
Γιατί άβουλοι είναι, και συνηθισμένοι
να προσκυνούνε οι κουτοί οι καημένοι.
Μην περιμένετε απ’ αυτούς βοήθεια
στις πρώτες σας λυτρωτικές κινήσεις.
Μα σα θα δούνε ότι κάποιος ξέρει
λαιμούς φονιάδων και ληστών να κόβει
και σα θα νιώσουν πως αυτό σε κείνους
το λυτρωμό από τη δουλεία θα φέρει
μαζί σας φίλοι μου θα συνταχτούνε
κι οι φαύλοι που ως τότε τους παιδεύαν
τώρα δε θάχουνε πού να κρυφτούνε.
Μαχαίρι στους λαιμούς των υπουργών τους!
Μολύβι στις κοιλιές τους τις παχιές.!
Και μην ακούτε τις φωνές των φαύλων
όσο μπορούν ακόμα να μιλούνε-
που ξένα λεν πως είναι ό,τι χαλάτε’
Όχι παιδιά μου! Όχι! Όχι αδέρφια!
Μη σας αγγίζουν άστοχες κορώνες:
αφού εγεννηθήκατε, όλα δικά σας είναι.
Λοιπόν γκρεμίστε, σπάστε και σκοτώστε.
Ξανά, ξανά, πάλι ξανά παιδιά μου
ώσπου την τελευταία του ανάσα
ο τελευταίος ν’ αφήσει κρατολάτρης’
ώσπου ο κάθε αδιάφορος πολίτης
βοηθός σας ή να γίνει ή να πεθάνει.
Ώσπου οι φαύλοι φαύλον να μη βρίσκουν
θέση να πάρει κυβερνητική
γιατί θα ξέρει πως η θεία ορμή σας
επάνω του θα πέσει φοβερή.
Το φαύλο Χάος τους διαλύστε. Τάξη
θα πρέπει αδέρφια μου νάρθει στη χώρα
για νάχει δεύτερη μιαν ευκαιρία
η λευτεριά μέσα σ’ αυτήν για να ‘ρθει.
Παράλληλα φροντίστε αδερφοί μου
της εκκλησιάς το τέρας να σκοτώστε.
Το τέρας που φαυλότερο είναι όλων
μετά από το δεινόσαυρο του κράτους.
Να κάνουν γάμους θέλουν οι παπάδες;
Παντρέψτε τους με δίμετρο ένα λάκκο.
Βαφτίσια θέλουνε: βουτήξετέ τους
στο ίδιο τους το ανίερο το αίμα.
Ευχέλαιο; Ευχές διαβάσετέ τους
απ’ τις νεκρώσιμες που μέχρι τώρα
εκείνοι διάβαζαν και που με κείνες
απ’ των φτωχών το θάνατο πλουτίζαν.
Ρίξτε το ασήκωτο θηρίο χάμου.
που από το τίποτα έφτιαξε αυτό
μία Ελλάδα που ‘ναι στηριγμένη
στο φόβο των ανθρώπων των κουτών.
Διαλύσετε το φόβο των ανθρώπων
κι η εκκλησία θα διαλυθεί ευθύς.
Μα σεις καιρό δεν έχετε παιδιά μου
για να διδάξετε την αφοβιά.
Μαχαίρι φονικό έχετε μόνο
κι απόφαση γερή-μ’ αρκούν αυτά.
Σκοτώστε μόνο σεις όχι παιδιά μου
το φόβο των ανθρώπων, μα κι αυτούς
που τον φυτέψανε μες στην ψυχή τους.
Κι όταν το κράτος κι η εκκλησία πέσουν
πού στήριγμα η φαυλότητα θα έβρει;
Ο κάθε άνθρωπος, θεός και κράτος
θάναι του ίδιου του τού εαυτού
κι αντίς του φόβου λεφτεριά γεμάτα
ψυχή θα νιώθει και κορμί και νου.
Γελούν στη δυστυχία σας οι φαύλοι.
Φαίνεται πως δεν ξέρουν οι καημένοι
ότι αυτοί σας φτιάξαν όπως είστε-
διεκδικητές αυτών που η κοινωνία
κείνων που διαφεντεύουν σας χρωστάει.
Πούναι η παιδεία που σας έχουν δώσει;
Αγράμματους σας βγάζουν τα σχολεία.
Πού είναι οι δουλειές που θα δουλέψτε;
Χρήμα στις τσέπες γίνανε των φαύλων.
Και πού-πού είναι η ελευθερία
ν’ ανθίστε μέσα της αγνοί σαν κρίνα;
Και πού η δικιοσύνη; Πού η ειρήνη;
Σας έχουνε κλεισμένους μες σε σπίτια
που ήλιο και ουρανό ποτέ δε βλέπουν.
Και πώς το μάτι σας μακριά θ’ απλώνει
πλαταίνοντας του νου τα μονοπάτια;
Μια γειτονιά σας έχουνε να ζείτε
όπως πετάν τους χοίρους μες στη λάσπη
και μέσα κει, μαζί με χοίρους άλλους
μακριά ’πο καθαριότητα και φώτα
κι απ’ του πολιτισμού όποιες ανέσεις,
μακριά από γέλιο κι ευθυμία και γλέντι
μακριά ‘πο κάθε ανθρώπινο κι ωραίο,
σας κρύβουν όλα τα καλά του κόσμου
και τα στραβά του μοναχά σας δίνουν.
Κι αυτό το κάνουνε γιατί σας θέλουν
σφαχτάρια στο απαίσιο τους σφαγείο
κι άβουλους και τελείως υποταγμένους
και μια ψυχή ζητάνε να σας πλάσουν
νεκροταφείο νύχτα που θυμίζει.
Και πώς κανείς που όπλα δεν έχει άλλα
παρά του σκότους την τυφλή μανία
θα πολεμήσει αυτούς που τον τυφλώνουν
παρά σκοτώνοντας και καταλώντας
ό,τι σ’ αυτή τον έφερε τη θέση;
Πώς σέβας σεις θα δείξετε παιδιά μου
σε τέτοιους φοβερούς αιματοπότες
που το δικό σας πίνουνε το αίμα
κι απ’ τις δικές σας τρέφονται τις σάρκες;
Έτσι στης φύσης τη φροντίδα μόνο
αφήνοντάς σας για να μεγαλώστε
τι άλλο θα γινόσαστε από φύση
που άγνωστη γι αυτήν η λύπηση είναι
και καταιγίδες και σεισμούς μονάχα
και δίνες και καταστροφές γνωρίζει;
Αυτών δημιούργημα είστε παιδιά μου
κι ό,τι από σας θα πάθουνε τα κτήνη
που έτσι εκδικητές σας έχουν φτιάξει
το θέλαν-το γυρεύαν-το ζητούσαν
Φτιάχνοντας σάς εφτιάχναν το χαμό τους-
της δικιοσύνης φτιάχναν το μαχαίρι
που το λαιμό τους τον παχύ θα κόψει.
Μα να το πούνε αυτό μην καρτερείτε.
Χίλιες και δυο θα κάνουν ρεβεράντζες
και χίλιες δυο θα σκαρφιστούνε ιδέες
για να σας κάνουνε να κάντε πίσω.
Για να σας πουν πως άδικοι είστε τάχα-
εσείς που τ’ άδικο εκεινών σας πνίγει-
κι ότι δε φταιν αυτοί για την κατάντια
όπου σας έχουνε καταντημένους.
Και τα μεγάλα τους θα πούνε λόγια
και τα μεγάλα τους θα βάλουν μέσα
για να σας αποτρέψουν απ’ την άγια
τη βία που μοναχά εκείνη ξέρει
διπλόκοπο κραδαίνοντας μαχαίρι
το δίκιο μες στην Πλάση να μοιράζει
και κάθε τι στραβό να το ισιάζει.
Τι τάχα θέλαν από σας παιδιά μου;
Ευχαριστώ περίμεναν ν’ ακούσουν;
Λοιπόν σκοτώστε, κάψτε, καταστρέψτε,
Αλύπητα μες στου χαμού πετάξτε
το βάραθρο τον κάθε τύραννό σας.
Το αίμα πίσω πάρτε το δικό σας
που χρόνια τώρα οι άνομοι σας πίνουν.
Σκοτώστε. Την πατρίδα θεμελιώστε
τη νέα σας στο χώμα πάνω εκείνο
που τα κορμιά για λίπασμά του θα ‘χει
των εκμεταλλευτών σας. Τότε μόνο
σα δέντρο αχάλαστο μες στους αιώνες
η νέα η πατρίδα σας θα θάλλει
και σ’ όλους σας καρπούς γλυκούς θα δίνει.
Δε βλέπετε μιαρούς εργοστασιάρχες;
Δε βλέπετε ιδιοκτήτες τραπεζών;
Χωροφυλάκους μπράβους των τυράννων;
Πρωθυπουργό δε βλέπετε σαν κλώσα
χλια να κρατάει κάτω απ’ τα φτερά του
αυγά που νέους δυνάστες εκκολάπτουν;
Εφοπλιστές; Μεγαλοβιομηχάνους;
Ανώτερους υπάλληλους του κράτους;
Δε βλέπετε παπάδες; Και δασκάλους
δε βλέπετε τους νέους μας που στραβώνουν;
Δε βλέπετε κατόχους ακινήτων
καθέναν τους φτωχών χιλιάδων θύτη;
Σάπιες δε βλέπετε τηλεοράσεις;
Ραδιόφωνα στο κέρδος ρυθμισμένα;
Δε βλέπετε προέδρους; Νομοθέτες;
Λοιπόν χτυπάτε όλους αυτούς τους στόχους.
Στη γη για να χωθούν οι πλουτοκράτες.
Λίγο οι φονιάδες μας για να σκεφτούνε-
όσο προλάβουν πριν τους χάσετε όλους.
Τρόμο να νιώσουν οι βασανιστές μας
κι όλοι να δούνε πως υπάρχουν κάποιοι
που όχι νιώσανε την κοροιδία,
μα και που βάλθηκαν να τη χαλάσουν.
Οχυρωθήκανε πίσω απ’ τους νόμους-
που άδικο λεν το δίκιο, την ειρήνη
πόλεμο τη βαφτίζουνε, και βάζουν
στη λευτεριά δουλείας ετικέτα-
κι από κει πίσω λεν, μας κυβερνάνε.
Κι έρχεται ο ένας και αλλάζει ό,τι
ο προηγούμενός του είχε κάνει
κι έρχεται ο άλλος και αφού ύφος πάρει
” ο λαός μας…”λέει, “η δημοκρατία…”,
“για το καλό αυτού του τόπου…” λέει..
Και από μέσα του: “καλά κρατάμε,
αφού σα χάχες ό,τι λέμε ακούνε…”
και: ” η δημοκραατία”, λενε, “αυτό ‘ναι:
να κυβερνάν αυτοί που πλειοψηφίσαν”.
Κι αν κανενός σα μια σκια περάσει
απ’ το μυαλό του αλήθειας μια ιδέα
μες στης πλειοψηφίας τηνε πνίγει
το τέλμα και στην άνετη βολή του.
Κι οι υπουργοί στο χρήμα κολυμπάνε
και μέσα κει φωνές φτωχών δε φτάνουν.
Α! Τώρα που εξύπνησε ο λαός μας
πού θα κρυφτούνε οι εκμεταλλευτές του;
Και κλέβουνε οι βουλευτές και κλέβουν…
κι οι υπουργοί αδικούνε…κι αδικούνε…
Και ο πρωθυπουργός, καλός μαέστρος
όλους καθοδηγεί και συγκαλύπτει…
Και στο φαί όταν πάνω τσακωθούνε
ποιος το περσότερο φαί θα φάει,
“ιδού!”, φωνάζουν οι άθλιοι, “εμείς πράξη
έχουμε κάνει τη δημοκρατία-
καθένας έχει τη δική του γνώμη
να μοιραστεί το πλιάτσικο πώς πρέπει!”
Ναι, από πίσω κρύβονται απ’ τους νόμους
και λένε από κει πως κυβερνάνε.
Όμως εσείς το ξέρετε παιδιά μου-
ούτε κυβέρνηση ειν’ αυτή ούτε νόμοι.
Κι ο μόνος νόμος που υπάρχει πάντα:
αφού κανείς γεννήθηκε, όλα δικά του είναι.
Μα εκείνοι από τέτοια δεν ακούνε
κι όταν η δικιοσύνη σας χτυπήσει,
εκείνοι μαζεμένοι στη Βουλή τους
που δεν την εγκρεμίσατε ακόμα
θ αλληλοσυλλυπούνται σοβαροί
ενώ τα μνήματα γεμάτα είναι
με ανθρώπους που αυτοί έχουν σκοτώσει.
Κι άρθρα θα γράφουν στις εφημερίδες
και στις τηλεοράσεις θα γαυριούν
χωρίς να σκέφτονται ούτε στιγμή
ότι μ’ αυτά που γράφουν και που λένε
τρομοκρατούν των πολιτών τα πλήθη
που βλέπουνε τα όπλα πως κρατάν
άνοα όντα, που μυαλό δεν έχουν
ούτε για να μπορέσουν να σκεφτούνε
ότι παράλογα είναι όσα λένε
και για νηπίων ακόμα λογική.
Γι αυτό σας λέω παιδιά μου, άλλο
να σας σκοτώνουνε μη τους αφήστε.
Σκοτώστε τους πρωτύτερα εσείς
να μείνετε αν θέτε ζωντανοί,
και όχι μόνο, μα και να μπορέστε
πάνω στη γη ετούτηνε να ζείστε
όπως σε όντα ανθρώπινα ταιριάζει.
Σκοτώστε, καταστρέψτε-αφανίστε
κάνετε σκόνη ό,τι σας στερούν
και μην ακούτε τους μωρούς που λένε
όσα χαλάτε πως δικά τους είναι -
στον ήλιο αφού φανήκατε ,όλα δικά σας είναι.
Όλοι αυτοί παιδιά μου, στο βιβλίο
που της ψυχής ο ψηλός πύργος δένει
θέση δεν έχουν-άφωτοι και κρύοι
θα πάνε στο χαμό, σαν να μην είχαν
καθόλου υπάρξει. Στ’ Άϋλου τα Πλάτια-
στα Αιώνια κι Άναρχά Του τα παλάτια
που σύμπαντα και κόσμους δε μετράνε-
θέση γι αυτούς δεν είναι κρατημένη
Αδιάφορα οι καιροί θα τους μετρήσουν
σαν σάρκες σάπιες, όπως τα ψοφίμια
που συναντάει στο δρόμο του ο διαβάτης.
Και τόσο το μυαλό τους λίγο κόβει
που δε γνωρίζουνε πως ευτυχία
υπάρχει μόνο αν όλοι ευτυχούνε.
Και η χαρά ομπρέλα πως δεν είναι
κάποιον να προστατεύει απ’ τη βροχή
αλλά ένα υπόστεγο τεράστιο
που κάτω του ολ’ οι άνθρωποι στεγνοί.
Και ούτε κάνουνε ποτέ τη σκέψη-
γιατί δεν τους συμφέρει όπως αυτοί
άνομα το “συμφέρει” εννοούνε-
ότι κανείς στον άλλο δε χρωστάει-
πως όλα έχουν στον άνθρωπο δοθεί
δικά του, μόνο που έχει γεννηθεί.
Μα όχι! Κι έτσι, αυτοί που’ ναι ταγμένοι
της ευτυχίας των λαών φρουροί
αυτοί στη δυστυχία όλους βυθίζουν.
Μ’ αυτό που από κείνων δεν περνάει
ούτε στιγμή το φαύλο το μυαλό,
για σας μια συνεχής είναι φροντίδα
κι ένας μεγάλος πόθος στην ψυχή.
Γι αυτό παιδιά μου μη λεφτό σταθείτε
μόνο χτυπάτε, σπάσετε, σκοτώστε.
Και διόλου μην ακούτε τους μωρούς
που λένε πως δικές τους περιουσίες
ειν’ ό,τι εσείς χαλάτε στην ορμή σας-
αφού στη γη φανήκατε, όλα δικά σας είναι.
Κοιτάχτε τους αλήτες βουλευτές μας
κοιτάτε τους αισχρούς μας υπουργούς
Όποια να κάνουνε βρωμιά θελήσουν
νόμο την κάνουν και αυτήν ασπίδα
έχουν και αποκρούουν μ’ ευκολία
όποιαν επίκριση για τη βρωμιά τους,
παράνομον βαφτίζοντας εκείνον
που όντας από το δίκιο του πνιγμένος
και κάτω από το πέλμα τους λιωτός,
τολμάει τους φαύλους να κατηγορήσει.
Και πώς κανείς μπροστά μπορεί να έβγει
στα κτήνη, την αλήθεια για να πει
που όταν απ΄ το κοπάδι ξεστρατίσει
του τάφου τον τυλίγει η σιωπή…
Μόνον εσείς λεβέντες μου μπορείτε
να το βροντοφωνάξετε παντού
το δίκιο του μικρού και του φτωχού.
Και το μπιστόλι ακούγεται μακριάθε
κι ο κρότος του ανήσυχους πολύ
κάνει τους φταίχτες που η σειρά καθένας
το ξέρει ότι φτάνει και γι αυτόν.
Κι είναι για κλάματα μαζί και γέλια
ο κάθε υπεύθυνος, σαν προσπαθεί
να πείσει τους εταίρους της Ευρώπης
ότι κανένας τους δεν κινδυνεύει
αν στην πατρίδα μας ήθελ’ ερθεί.
Αν ξένοι αν θέλουνε να μας αρμέγουν
δε φταίνε αυτοί αλλά εκείνοι φταίνε
που την πατρίδα κάναν αγελάδα.
Κι αυτό παιδιά μου δεν το κάναν ξένοι-
δικοί μας είναι οι σπερματεγχύτες
που την υποταγή στον ταύρο εμπάσαν
και δούλη σας εδώσαν μια πατρίδα.
Ο ίδιος ο λαός της κάθε χώρας
είναι για την κατάντια του που φταίει
κι ο ίδιος είναι πάλι που ευτυχία
θα φέρει στο δικό του σπιτικό.
.
Το χώρον όπου ζείτε καθαρίστε
από την κόπρο κι απ’ τη δυσωδία.
Κι αν θέτε δολοφόνους λαών ξένων
ιδού εμείς που τα Βαλκάνια τ’ άλλα
τα κλέβουμε και οικτρά τα λεηλατούμε.
Κι αν εκμεταλλευτές θέτε ανθρώπων,
να! οι δικοί μας οι μεγάλοι φαύλοι
που το αίμα πίνουνε των βαλκανίων.
Γιατί αδέρφια μου να μη γκρεμίστε
όλα τα όρθια μες σ’ αυτό το κράτος;
Τι αξίζει άραγε να μείνει όρθιο
απόνα κράτος που ο πρωθυοπουργός του
είναι από το λαόν αποκομμένος
όπως κεφάλι απ’ το κορμί του είναι-
κεφάλι μάλιστα άμυαλο παιδιά μου;
Τι αξίζει άραγε να μείνει όρθιο
απόνα κράτος που οι βουλευτές του
προεκλογικά μοιράζουνε παπούτσια
όλα δεξά ή ζερβά κι υπόσχονται ότι
του παπουτσιού θα δώσουνε το ταίρι
αν βουλευτές τους βγάλει ο λαός;
Τι αξίζει άραγε να μείνει όρθιο
απόνα κράτος όπου οι υπουργοί του
όχι προβλήματα μόνο δε λύνουν
μα τα βοηθάν χειρότερα να γίνουν;
Τι αξίζει ‘άραγε να μείνει όρθιο
απόνα κράτος που η κυβέρνησή του
του αγράμματου λαού το ενδιαφέρον
το στρέφει σε ασήμαντα κανάλια
κι αποστερεύει έτσι το ποτάμι
από τη δύναμη κι απ’ την οργή του
που αυτούς τους ίδιους πρώτα θα χαλούσε;
Κι ακόμα-δυστυχώς-την ίδια αξίζει
την τύχη να ‘χει κι ο λαός αυτός
που δέχεται ανδράποδο να γινει
των υπουργοποιημένων σας τυράννων.
Τι ν’ απομείνει άραγε αξίζει
από πατρίδα που τα δυο παιδιά της
μες στα χρυσά και στα μετάξια τάχει
και τ΄άλλα εκατό τ’ αφήνει έρμα
να τα ρημάζουνε τα δυο εκείνα;
Τι ν’ απομείνει αξίζει απόνα κράτος
που οι αδίστακτοί του κυβερνήτες
τους ολιγοφρενείς έχουνε βάλει
να διαδηλώνουν για το περιβάλλον
ώστε ανενόχλητοι από κανέναν
άνετα εκείνοι να το καταστρέφουν;
Τι ν’ απομείνει αξίζει απόνα κράτος
που νόμους κάνει άδικους και φαύλους
κομμένους και ραμμένους με τα μέτρα
των εκμεταλλευτών νομοθετούντων;
Τι κράτος είναι αυτό που η παιδεία
στη νηπιακή της βρίσκεται ηλικία;
Που οι πολίτες κλέβει ένας τον άλλο
σε κοινωνία μια μέσα που δικιώνει
τον μεγαλύτερο πάντοτε κλέφτη;
Κι αν βρείτε τίποτα σ’ αυτή τη χώρα
νάναι καλό,
νάχετε την κατάρα μου αν το κάψτε.
Μ’ αν βρείτε να το πείτε και σε μένα
για να χαρώ
και πια μολύβι και χαρτί ν’ αφήσω
κι ολόθερμα να τρέξω προς τα κει
και το καλό καλύτερο να κάνω
η δύναμή μου όσο το μπορεί.
Μ’ αν δε γκρεμίστε ό,τι όρθιο στέκει
και ό,τι άκαυτο αν δεν το κάψτε
κι αν ζωντανό θ’ αφήστε ό,τι σας τρώει
τότε η κατάρα θα σας ακλουθάει
και η δική μου κι όλου του λαού.
Και θά ‘σαστε και σεις σαν όλους κείνους
που υποσχέσεις δίνουν παχουλές
και άτιμα μετά τις παίρνουν πίσω-
γιατί ο λαός σωτήρες θα σας νιώθει
από του κράτους την παληανθρωπιά
και λυτρωτές απ’ τα δεσμά που οι φαύλοι
μ’ αυτά υποταγμένον τον κρατούν.
Λοιπόν τι θέλουνε όσοι σας λένε
φρένο να βάλτε στη χαλάστρα ορμή σας
κι όρθιο ν’ αφήστε κάτι μες στη χώρα;-
μέσα στη χώρα που οι κάτοικοί της
ζούνε χωρίς ασφάλεια για το μέλλον
όμως με φόβο κι άγχος για το τώρα
και σα σκυλιά πεθαίνουνε στους δρόμους
ή σε φριχτά νοσοκομεία μέσα
απέλπιδοι κι αβόηθητοι και μόνοι;
Γιατί ν’ αφήστε όρθιο ένα κτίσμα
που οι φτωχοί το συντηρούν με ιδρώτα
για να γλεντούνε μέσα του οι φαύλοι;
Γιατί μια τράπεζα ν’ αφήστε όρθια
όπου φυλάει τα λεφτά σας όχι
μα την ανέχεια σας μόνο φυλάει;
Γιατί ν’ αφήστε άκαυτο εν’ αμάξι
αφού πάνω στις ρόδες του κυλάει
τα ρομποτένια σώματα των φαύλων
ενώ οι ίδιες του εκείνες ρόδες
καθημερνά εσάς παιδιά μου λιώνουν;
Γιατί εν’ άγαλμα ν’ αφήστε όρθιο
απ’ όσα οι φαύλοι κάνουν πως θαυμάζουν
αφού εκείνο τ’ άγαλμα δεν είναι
παρά μιαρός ακόμα ένας κρίκος
απ’ τις δυσβάσταχτη την αλυσίδα
που κτήνη απάνθρωπα μ’ αυτή σας δένουν;
Γιατί να μη χτυπήστε τα μουσεία
πού μακριά σάς έχουν αφημένους
από τη γαληνήν απόλαυσή τους
κι αφού κάθε έκθεμά τους εκεί μέσα
την αποξένωσή σας από κείνο
εκμεταλλεύεται για να υπάρξει;
Γιατί πολιτικούς να μη χτυπείστε
αφού πολιτική γι αυτούς δεν είναι
του κυβερνάν η τέχνη, μα η τέχνη
τ’ άτοπα ν’ αποφεύγουν όταν κάποιοι
να τους στριμώξουν πάνε και με λόγια
κι ενέργειες όσο ανήθικες και φαύλες,
να καταφέρνουνε να τους κρατούνε
κι αυτούς υποταγμένους σαν τους άλλους-
κι όταν οι τέτοιες ικανότητές τους
είναι και το κριτήριο που με κείνο
τους μπράβους του ο υπουργός διαλέγει
και ο πρωθυπουργός τους υπουργούς του;
Βουλή! Του δίκιου το νεκροταφείο!
Του αστισμού το αισχρό το μονοπώλιο!
Το
λίπασμα του αιματοπότη-κράτους!
Η ανίερη σφηκοφωλιά του πλούτου!
Βάλτε φωτιά παιδιά μου στη Βουλή τους.
Φωτιά μια βάλτε όσο αρκεί μεγάλη
για να τους κάψτε όλους εκεί μέσα
την ώρα πάνω που ιεροσυλούνε-
όπως οι κλέφτες πιάνονται στα πράσα.
Γιατί μία Βουλή να σεβαστείτε
που βέβηλα την απαρτίζουν όντα;
Όντα χωρίς σκοπό, χωρίς αιτία
χωρίς ιδανικά κι αρχές και ήθη,
όντα η εξυπνάδα τους που φτάνει
να υποτάσσουν στο μικρό συμφέρον
ιδανικά, καθήκον, αξιοπρέπεια;
Που φτιάχνουν νόμους που τους εφαρμόζουν
όταν στο πορτοφόλι τους συμφέρει
κι όταν δεν τους συμφέρει τους ξεχνάνε
και είναι σαν ποτέ να μην υπήρξαν;
Και λένε-οι γελοίοι-δημοκρατία
πως είναι να εφαρμόζονται οι νόμοι.
Τίποτα-όχι-τίποτα παιδιά μου
όσο καλή κανείς κι αν έχει πίστη
δε θάβρει για να σώσει να μπορέσει
όλους αυτούς από την εκδικήτρα
κι ελπιδοφόρα νεανικήν ορμή σας.
Αν ήταν να υπομείνετε παιδιά μου
φτώχεια και αλυσίδες και αθλιότη
ώστε η γενιά μετά από σας που θάρθει
να ζήσει ανθρώπινα κι ευτυχισμένα-
κι έτσι για πάντα στους μετά αιώνες-
τότε θα σας συμβούλευα ηρεμία
κι υποταγή κι υπομονή σε όλα
τα βάσανα που οι φαύλοι σας φορτώνουν.
Αλλ’ όμως πέρασαν γενιές χιλιάδες
και τίποτε δεν έχει διόλου αλλάξει’
κι αν κι η δική σας η γενιά εκδικήτρα
μέσα στον κόσμο μας δεν θα υπάρξει
που με φωτιά και με σπαθί στο χέρι
τ’ άδικο και το βρώμικο θα κάψει
έτσι πικρά τα χρόνια θα κυλήσουν
εκείνων που μετά από σας θαρθούνε…
Γι αυτό χτυπάτε-κάψτε-αφανίστε.
Του μέλλοντος εσείς ο σπόρος είστε.
Με βια ελληνική νεολαία χτύπα!
Σκότωνε κι ας φωνάζουν οι φυλλάδες
και ας ωρύονται οι μεγαλουσιάνοι.
Εκείνοι μόνο είν’ οι εγκληματίες
που δρόμους καρμανιόλες διατηρώντας
σκοτώνουνε δεκάδες τη βδομάδα.
Και πλήρωσε ποτέ γι αυτό κανείς τους;
Οι πληρωμένοι τους κοντυλοφόροι
ξεσπάθωσαν ποτέ να στιγματίσουν
τον ανελέητο φρικώδη τρόμο
που τις ψυχές των οδηγών γεμίζει
κάθε που πίσω είναι απ’ το τιμόνι;
Οι αστυνόμοι πήγανε να πιάσουν
αυτούς τους δήμιους που έχουν αφήσει
τους δρόμους στο φριχτό που έχουν χάλι;
Με βια ελληνική νεολαία χτύπα!
Σκοτώστε αδέρφια μου! Πολλούς θανάτους
ακόμα οι κανάγιες μας χρωστάνε.
Κανένας δε μιλάει. Όλοι τους είναι
τόσο ανήθικοι και διεφθαρμένοι
ώστε όλα αυτά για φυσικά τους μοιάζουν
και μόνο υψώνουν τη γελοία φωνή τους
σε σας ενάντια τιμημένα αδέρφια
που από μακριά να φτάνετε σας βλέπουν.
Σκοτώσετε αδέρφια! Τέτοια ζώα
έτσι παχύδερμα καθώς εκείνοι
δε νιώθουν φόνους δυο και τρεις και πέντε-
χύστε ποτάμι αδέρφια μου το αίμα.
Μόνο νεκροί αυτοί δε θα μας βλάφτουν.
Ο θάνατός τους η ζωή μας είναι.
Μια κοινωνία εχτίσαν υπανθρώπων
οι φαύλοι και δουλεύει αυτή για κείνους.
Και αγαθά και χρήμα τους γεμίζει,
ενώ αυτή τα πάνδεινα υποφέρει,
είτε στη ζωή την καθημερινή της
ή στα μεγάλα και τα υψηλά της.
Τάχα παιδιά μου έχουν μυαλό καθόλου
της χώρας τούτης δω οι κυβερνήτες
όταν δηλώνουν πως τους βλέπει η Ευρώπη
σαν ίσους και για τούτο τους εδέχτη;
Δεν ξέρουνε πως θέλει ο ευρωπαίος
σε διακοπές να πάει το καλοκαίρι
και το πρωί πριν φύγει στη δουλειά του
να του γυαλίσει κάποιος τα παπούτσια;
Και δεν τους κόβει ούτε τόσο λίγο
να καταλάβουνε πως η Ευρώπη
λούστρους και σερβιτόρους της τους θέλει;
Μα όχι, αυτό καλά το εννοούνε.
Αλλά; το ατομικό τους το συμφέρον
είναι που στην Ευρώπη τους τραβάει
σέρνοντας πίσω τους κι εμάς μαζί τους.
Και βάφτηκαν και σιάχτηκαν απόξω
ενώ καταβρωμάνε από μέσα
και κοροιδέψαν τάχα την Ευρώπη’
κι αυτή τους ‘δέχτη-τάχα όπως οι τρώες
που από το Δούρειο Ίππο την επάθαν.
Ω! Οι βρωμεροί! Που στίψανε τους δόλιους
τους μετανάστες πούρθανε απέξω
και το αίμα τους τούς στύλωσε λιγάκι…
και που η Ευρώπη χτίστες της τους έχει
για να της φτιάξουνε το εξοχικό της…
Ω! οι βρωμεροί! δεν ξέρουν τάχα ότι
το αλλοδαπό τελειώνει κάποτε αίμα
και κάποτε τα χρήματα στερεύουν;
Πού θα κρυφτούνε τότε οι αστείοι,
όταν οι ευρωπαίοι στο δεκαπλάσιο
τα όσα τους δώσανε θα τους ζητήσουν;
Μπήκανε μέσα στην Ευρώπη οι άθλιοι…
Μα σύγκριση με κείνην δεν υπάρχει.
Της κοινωνίας τους κάθε τομέας
και μια παράλειψη-κι από ένα λάθος.
Της ζωής τους της δημόσιας κάθε τμήμα
μία παληαθρωπιά και μια ασυνέπεια.
Τα υπουργεία τους είναι καθένα
συνάξεις ανεπρόκοπων κηφήνων.
Μα μήπως κι ο λαός καλλίτερός τους;
Λαός που δε σηκώνεται να διώξει
τον καταπατητή των χωραφιών του
ό,τι και να τραβάει του αξίζει.
Μα σεις παιδιά μου του λαού δεν είστε
κομμάτι από τα σάπια κρέατά του
μα το γερό του είσαστ’ εσείς το μέρος
που μόνο αυτό αλώβητο έχει μείνει
από τη γάγγραινα και τη σαπίλα.
Γι αυτό διπλή κι η πάλη κι ο σκοπός σας:
από τη μια το τέρας να νικήστε
κι από την άλλη την υγειά να δώστε
κόβοντας της πατρίδας κάθε σάπιο
κι αναγεννώντας το γερό κι ωραίο.
Γι αυτό το τέρας άλυπα χτυπάτε.
Κι όταν μ’ αυτό τελειώστε, τότε αδράξτε
τον άβουλο λαό και μάθετέ τον
τα δίκια του να ξέρει να προασπίζει
κι όχι νωθρός και άβουλος να στέκει
όταν τον κλέβουν και τον αδικούνε.
“Είμαστε πρώτοι”, λένε, “στα Βαλκάνια”.
Λοιπόν; Κι ο λύκος μες στ’ αρνιά είναι πρώτος.
Για κείνους που αυτό έχουν πετύχει-
για τέτοια μια πρωτιά μόνο-αξίζει
ίχνος των τέτοιων “πρώτων” να μη μείνει.
Πρώτοι στο κλέψιμο τόσων γειτόνων..
Πρώτοι στην άκρατη εκμετάλλευσή τους..
Δέκα από τις επιχειρήσεις λένε
της χώρας μας, στην πρώτη διακοσάδα
βρίσκονται των παγκόσμιων κλεφταράδων.
Κι επαίρονται γι αυτό’ μα τούτο μόνο
αιτία οι δέκα αυτές οι εταιρείες
να σβήσουν απ’ της ύπαρξης το χάρτη,
γιατί με το αίμα του λαού ψηλώνουν
και με τη δυστυχία του χοντραίνουν.
Κάντε παιδιά, τώρα που έχετ’ έρθει,
σαν πάλι θάρθουνε τα χελιδόνια
φονιά κανένα ζωντανόν μη βρούνε
κι απείραχτα να κελαδούν στα κλώνια.
Κάντε παιδιά μου ο χιονιάς σα φτάσει
ο βασιλιάς του κρύου στη χώρα νάναι-
το στέμμα αυτός του πάγου να φορά
και όχι φαύλων οι καρδιές να το φοράνε.
Κάντε παιδιά μου ώστε το καλοκαίρι
να μην εβρεί στη χώρα μας τη φτώχεια-
οι φαύλοι ως τότε νάχουνε πιαστεί
στου χάρου τ’ άλυγα κι αιώνια βρόχια.
Κι όταν του φθινοπώρου η βροχή
τα κίτρινα των δέντρων δέρνει φύλλα
κάντε παιδιά μου να χτυπάει μαζί
των κουφαριών των φαύλων τη σαπίλα.
Χτυπήστε την κυβέρνηση παιδιά μου-
το ψάρι απ’ το κεφάλι του βρωμάει.
Δρεπάνι γίνετε όχι του θέρου
μα δρέπανο στου χάροντα το χέρι
που η ψυχή του να οδηγάει το χάρο
σ’ όλους τους φαύλους το χαμό να φέρει.
Μιλούνε οι αχρείοι για την Ευρώπη,
και για ταχύτητες μιλάνε πρώτες,
και για σκληρούς επαίρονται πυρήνες.
Μα ούτε σκουπίδι κάτω από τη ρόδα
του άρματος των ευρωπαίων δεν είναι.
Τάχατες την αλήθεια δε γνωρίζουν;
Και βέβαια τη γνωρίζουν, μα το λένε
για τους Σταυρίδηδες και για τις Πλώτες-
τις μηχανές αυτές που τις ταίζουν
με λόγια ηχηρά, που αυτές τα κάνουν
χειροκροτήματα, ιαχές και ψήφους.
Όμως εσείς παιδιά μου δεν μπορείτε
τέτοιες βλακείες να λέγονται ν’ ακούτε.
Σεις, του αγνού του λόγου οι πρωτοπόροι,
της αγανάκτησης το ξίφος πάρτε
κι όσους μας κυβερνάνε αφανίστε
βλακείες ποτέ μη τέτοιες ακουστούνε.
Εσάς το μέλημά σας μόνο νάναι
αυτοί της αδικιάς που το μαχαίρι
μες στην καρδιά ολόισα τους πονάει
και στο κεφάλι τους μυαλό υπάρχει
κι αίστημα στην ψυχή και φως στο μάτι.
Οι άλλοι σαβούρα είναι της πατρίδας
κι όπου θα γείρει το καράβι πάνε.
Χτυπήστε την κυβέρνηση παιδιά μου-
το ψάρι απ’ το κεφάλι του βρωμάει.
Τους πλούσιους και τους φαύλους αφανίστε.
Και μην ακούτε που σας λένε ότι
ξένα είναι τ’ αυτοκίνητα που καίτε,
κι οι τράπεζες κι οι βίλλες και τα σπίτια.
Μια και καλή μες στο μυαλό παιδιά μου
ετούτη τη μεγάλη αλήθεια βάλτε:
όποιος στη γη εγεννήθηκε, δικά του όλα είναι.
Υπάρχει ένα βιβλίο που εντός του
οι πράξεις γράφονται θεών κι ανθρώπων
Μέσα του μέχρι τώρα είναι γραμμένα
παιδιά μου, μόνο οι πράξεις των μεγάλων
που τους λαούς τους σώσαν απ’ τον πλούτο.
Όλα τα πριν δεν εκριθήκαν άξια
αφού από κείνα τίποτα δεν είχε
την ανθρωπιά του ανθρώπου για σκοπό του.
Γεμίστε τις σελίδες του παιδιά μου.
Κάθε σας σφαίρα φονική, σελίδα’
κάθε εμπρησμός καφάλαιο λαμπρό’
Γεμίστε τις σελίδες του παιδιά μου.
Κάθε σας χτύπημα στου πλούτου ενάντια
το λιπαρό κορμί και στων τυράννων
των ντόπιων το ατέλειωτο το σμάρι,
φως γίνεται και πνεύμα που σε κείνα
μέσα βουτώντας των Καιρών η πέννα
πλουτίζει το Μονάκριβο Βιβλίο
για σας που μόνο μέσα του θα γράψει.
Γραφτείτε στο βιβλίο αυτό παιδιά μου!
Ξέρω πως όλ’ αυτά που εγώ σας λέω
τα ‘χετε κιόλας αποφασισμένα.
Καλό μυαλό και καλή δύναμη αδέρφια.
(Το έλαβ
Ναι ρε κωλόπαιδα, με τσατίσατε!
Φτάνει πια η νεολαγνεία! Γιατί ούτε αυτή δεν είστε σε θέση να ικανοποιήσετε και να … εκμεταλλευτείτε. Σας γούσταραν χιλιάδες ίσως και μυριάδες (ξέρετε τι σημαίνει μυριάδες ρε? Είναι χιλιάδες επί χίλια). Δηλαδή μαλακισμένα, σημαίνει ότι σας πάει τουλάχιστον ή μισή Ελλάδα που είναι σε θέση να εκφράσει γούστα και εσείς κωλόπαιδα αυτοϊκανοποήστε μπροστά στον καθρέφτη σας γιατί δεν ξέρετε ούτε τι έχετε στο βρακί σας ούτε τι σκατά κουβαλάτε στη γκλάβα σας.
Ναι ρε, μαλακισμένα είστε. Όχι ότι δεν είναι σεβαστή η μαλακία, αλλά κωλόπαιδα αν φοβάστε εσείς το σεξ επειδή δεν τολμάτε να γαμηθείτε ούτε και να γαμήσετε, δε θα αναγκάσετε τους πάντες να σας τα χαϊδεύουνε και να νομίζετε και καλά ότι γαμάτε και γαμιέστε έως οργασμού.
Δεν με ενδιαφέρει το καυλί ή το μουνί που χώνετε στο βρακί σας. Απλώς φιλαράκια, «τα επαναστατικά βρακιά θέλουν αξιόλογους κώλους» και ο δικός σας κώλος ούτε το χέσιμο από την πορδή δεν μπορεί να ξεχωρίσει.
Σας τα χώνω ρε! Ναι σας τα χώνω! Και επειδή είστε κωλοσκατόπαιδα ούτε το δικό μου κωλοδάχτυλο μπορείτε να απολαύσετε ούτε να το ανεχτείτε για να περάσουμε σε έναν γαμάτο διάλογο και αν έχετε τα κότσια και γουστάρουμε αμοιβαία να με γαμήσετε κιόλας … αν γουστάρετε και μπορείτε.
Βγήκατε στους δρόμους, τα σπάσατε, τα κάψατε, γουστάρατε και αυτοί που πήρατε πρωτοβουλίες και οι συμμαθητές σας που ακολουθούσαν αλλά δεν τόλμησαν πολλά-πολλά είτε γιατί βοβήθηκαν είτε γιατί … σκέφτηκαν περισσότερο. Και εμείς οι άλλοι και μεγαλύτεροι ήρθαμε στις πορείες, σας ακούσαμε, σας συμαπαρασταθήκαμε γιατί μας εξόργισε η δολοφονία του Gregory και γιατί κάτι μας λέγατε ρε. Ναι ρε κάτι μας βγάλατε, μας δονήσατε! Ε, και? Για βάλτε ένα ερωτηματικό μετά το θαυμαστικό και αρχίστε να σκέφτεστε. Και μη μου το παίζετε ινδιάνοι εξασκούμενοι στη μούγγα όταν σας βάζουν δύσκολα και προπαντός μην μου κρύβεστε πίσω από τα μυαλά των σκεπτόμενων συμμαθητών σας (που τους σούρνετε τα μύρια όσα πίσω από την πλάτη τους και δεν τους μιλάτε και πολύ-πολύ και τους θεωρείται και χέστες που κωλόσανε να τα κάνουν όλα λίμπα). Δεν ξέρω ποιοι είναι περισσότερο χέστες γιατι τα σκατά δεν τα μετράω ούτε τα ζυγίζω, αλλά όπως και τις πορδές, τα μυρίζω.
Λοιπόν σκατοκωλόπαιδα, μέχρι τώρα δείξατε ότι μπορείτε να μυρίσετε τα σκατά αλλά πως να ξεφύγετε από αυτά ούτε που το σκεφτήκατε, ούτε που κουνήσατε τον κώλο σας για να μη πνιγείτε στο βόθρο. Και όχι τίποτ’ άλλο αλλά νόμισα κι εγώ ότι προσπαθείτε να ξεκαθαρίσετε από τη σαβούρα και την άχρηστη κοπριά (και εντάξει δικαιολογούνται και λάθη σε τόσο μεγάλα εγχειρήματα) ενώ εσείς απλώς παίζατε και σαν κακομαθημένα εξαγριωθήκατε με τον Αϊ Βασίλη (ακόμη σε κάτι τέτοια μωρουδίστικα πιστεύετε), επειδή έκανε λάθος και αντί να βάλει την υδρόγειο σφαίρα στη αγκαλιά του Gregory, έχωσε μια περιστροφική σφαίρα στην καρδιά του. (Και καιρός να σταματήσετε να περιμένετε δώρα από αϊ Βασίληδες και μάγους).
Ναι ρε, δίκαιο έχετε εδώ. Ο Gregory είναι νεκρός επειδή εμείς (η μεγαλύτερες γενιές) σαν ξεφτίλες δεν το αποτρέψαμε, αφήσαμε τα πράματα στο βούρκο και επιτρέψαμε να κυκλοφορούν όπλα, μπάτσοι και ανθρωποφάγα γουρούνια. Εσείς ρε, «το ελπιδοφόρο μέλλον» τι στο διάολο κάνετε για να προστατέψετε τον επόμενο Gregory?
Απλώς σας βόλεψε δηλαδή? Θέλατε να παίξετε με τα σκατά και επειδή το άμοιρο το παιδί πνίγηκε μες το βόθρο άθελά του, βρήκατε την ευκαιρία να πετάτε κουράδες όπου νάναι? Εντάξει συγνώμη, το παραδέχομαι δεν ήταν λίγες οι φορές που οι στόχοι δεν ήταν άσχετοι. Αλλά εσείς η «αφρόκρεμα των ατρόμητων νέων» που δε συμβιβάζεστε ούτε με την δημοκρατική πολιτική δράση, ούτε με την οργανωμένη, ούτε με τη συλλογική τι κάνετε ρε ως αφρόκρεμα? Αφού πετάτε μερικές κουραδομολότωφ τη βρίσκετε μετά να παινεύεστε μεταξύ σας και κάποιοι από σας να γυρίζετε σε εξασφαλισμένες φωλίτσες και να απολαμβάνετε τα κατακάθια της έξαρσης?
Τι τα περάσατε ρε τα συλλαλητήρια και τις πορείες? Κάτι σαν προπόνηση για outside sport?
Αλλά δε φταίτε εσείς. Φταίμε εμείς που … ελπίζουμε. Όχι ρε δεν με έφερε τούμπα η θεία που μιλάει και παραμιλάει ότι κάποιοι σας χαϊδεύουνε τ’ αυτιά (και μαζί μ’ αυτούς και εγώ που δε σας καταγγέλλω για προβοκάτορες και δε σας παίρνω και την κουκούλα και το κεφάλι). Αλλά ρε κωλόπαιδα στο ίδιο καζάνι βράζουμε και καθόμαστε εμείς στον πάτο για να σας βγάλουμε στον αφρό μπας και σωθείτε από την κάψα της κόλασης που ζούμε ή μήπως και αρπάξετε την ευκαιρία και πηδήξετε έξω από το καζάνι.
Αλλά σιγά που καταλαβαίνετε απ’ αυτά. Ναι ρε αχυρόμυαλα, και φοβάμαι και ξενερώνω με τις εξελίξεις μετά τη Δεκεμβριανή εβδομάδα έξαρσης. Σας φοβάμαι γιατί ο οποιοσδήποτε λαοπλάνος και ρήτορας μπορεί να σας τυλίξει σε μια … αφίσα και να θέλετε να εξοντώσετε όποιον δε σας βολεύει έτσι, επειδή έτσι γουστάρει την πάρτη σας. Σας φοβάμαι γιατί μπορεί να μην έχετε πλήρη τυφλαμάρα αλλά αχρωματοψία σίγουρα έχετε αφού δε μπορείτε να ξεχωρίσετε χρώματα πέρα από τις αποχρώσεις του μαύρου. Και καλά είστε κίνημα εναντίον όλων ανεξαιρέτως, που είναι όλοι και όλες και όλα … ίδια. Άμα είναι όλα ίδια ρε εσείς πως βγήκατε αλλιώτικα? Λίγο έτσι από βιολογία, από τους νόμους της φύσης χαμπαριάζετε? Για καθίστε και σκεφτείτε λίγο. Επειδή κάποιοι και κάποιες ιδεολόγοι πρόγονοί σας αγωνίστηκαν για το σεβασμό στη διαφορά, για την αποδοχή του αλλιώτικου για να μπορείτε να έχετε φωνή εσείς και να πορεύεστε χωρίς να σας κόβουν τα ποδάρια αυτοί που θέλουν να βγάλουν ιδιώνυμο για τις κουκούλες (για τις δικές σας βέβαια και όχι τις άλλες …των μπάτσων) και για να μη σας κόβουν το δρόμο της ζωής με μπλε ή πράσινους νόμους και να σας κάνουν κουρδισμένα ρομποτάκια εσείς σήμερα υπάρχετε ως αλλιώτικο …φρούτο. Και βεβαίως το παραδέχομαι ότι τα …σκατώσαμε και μαζί σας θα είμαι για να δημιουργήσουμε «έναν Άλλο Κόσμο Εφικτό».
Και δε μου λέτε εσείς τα φοβερά παιδιά, το κάνατε και πολύ καλώς το κάνατε το happening στην κρατική τηλεόραση και πολύ μου άρεσε. Και επειδή πολύ μου άρεσε και το γούσταρα, περίμενα και κάτι παραπάνω. Τα ιδωτικά κανάλια δηλαδή είναι στο απυρόβλητο? Σε τόσες και τόσες εκπομπές ιδιωτικών καναλιών πήγαν μαθητές σε μία δε βρέθηκε ούτε ένας, ούτε μία να διαμαρτυρηθεί για την παραπληροφόρηση των ΜΜΕ? Μια πικέτα βρε παιδάκι μου, μια αφισσούλα, ένα μπλουζάκι κάτω από το πουλόβερ με ένα σύνθημα την ώρα που ο δημοσιογράφος τα μαγείρευε όπως ήθελε. …Κανένας? Καμία? Τίποτα? Να μη σκεφτώ ότι γουστάρετε και εσείς, όπως και αυτοί εναντίον των οποίων εξεγερθήκατε, τη δημοσιότητα …απλώς.
Ε μετά από αυτά να μην ξενερώσω με την πρόταση ψήφου στα δεκάξι? Τι να ψηφίσετε βρε τζουτζέκια? Ξέρετε τι σημαίνει Δημοκρατία? Ξέρετε τι σημαίνει συλλογικό έργο? Τι σημαίνει μπούγιο που τα κάνει λίμπα ο κατέχετε. Τι σημαίνει δημιουργία, συνεργασία, αξιολόγηση πότε θα τα μάθετε?
Άσε που συγχίζομαι και μ’ αυτόν που περνάει την κρίση των τριάντα έξι και φοβάται την πρώιμη κλιμακτήριο οπότε «παλιεφηβίζει» μην τυχόν και χάσει το νόημα των εξεγερμένων νιάτων και από απλός νεολάγνος καταντάει γεροντοπαλίκαρο. Καλά, δεν υπάρχει «μπαμπάς» να τον συμμαζέψει (τα αμφισβητήσαμε αυτά). Συλλογικότητα που να τον εμπλουτίσει λίγο σε θέσεις και …μυαλά δεν υπάρχει? Ξεκουτιασμένοι είναι όλοι? Ή φρίκαραν και δε συνήλθαν ακόμη? (βρε τσίριζα για ΣΥΡΙΖΑ αλλά δε θα ξεριζώσω και τα μαλλιά και τα …μυαλά μου για να αυξήσει τα ποσοστά …απλώς.)
Λοιπόν επειδή πολύ χρόνο έχασα γράφοντας για πιθανόν …αγράμματους (φυσικά και ελπίζω ότι κανένας σας δεν είναι αγράμματος για αυτό όχι μόνο γράφω αλλά και υπάρχω) καταλήγω: το κλέφτες κι αστυνόμοι το έπαιζαν οι «ήρωες» του Χόλυγουντ, το Risk μάλλον παίζεται ακόμη, αλλά είναι όλα τους παλιά παιχνίδια μιας «παλιοκοινωνίας».
Αν δεν βάλουμε τα δυνατά μας για κάτι καινούργιο, αλλιώτικο και διαφορετικό από τα εκμεταλλευτικά πολιτικοκοινωνικά συστήματα την έχουμε όλοι …βαμμένη. Αν δε σεβαστούμε «τις ζωές των άλλων» δεν υπάρχει περίπτωση ζήσουμε τη δική μας ζωή αξιοπρεπώς. Αν δε δημιουργήσουμε θα …ψοφήσουμε.
ΥΓ. Έκλαψα, εξοργίστηκα και ακόμα κλαίω για τη δολοφονία του Gregory. Ορκίστηκα να βάλω όλες μου τις δυνάμεις, να αγωνιστώ σκληρά για να μην ξαναγίνει κάτι τέτοιο.
Ελπίζω να ζήσει ο Διαμαντής και εύχομαι να θάψει τα …όπλα. (Δεν ξέρω πότε αποφάσισε να γίνει μπάτσος, δεν ξέρω ποιοι τον έντυσαν μπάτσο, δεν ξέρω ποιοι έκριναν ότι είναι επικίνδυνος μπάτσος, δεν ξέρω ποιοι θεωρούν εαυτούς και δικαστές και θεούς και δαίμονες και δήμιους. Σίγουρα δε γουστάρω να κρίνεται μια ζωή από τη σφαίρα κάποιου «εξοστρακισμένου» ή «οστρακισμένου» επειδή δεν αντέχει τη ζωή του …παρά μόνο με τη συντροφιά ενός όπλου και το θάνατο του Άλλου.
Και φυσικά η εξεγερμένη νεολαία δεν έχει καμιά σχέση με την απόπειρα δολοφονίας του Διαμαντή ούτε υπάρχει περίπτωση να συμφωνεί με τέτοιες ενέργειες. Αλλά ρε διαβολόπαιδα γιατί μουγγαθείκατε ξαφνικά. (Προφανώς και με το συμμαθητή σας ταυτίζεστε και όχι με οποιονδήποτε άλλον και μάλιστα μπάτσο, που άλλωστε ευτυχώς επέζησε.) Αφού όμως είστε τόσο γεμάτα νιάτα -όσο τουλάχιστον θέλετε να μας δείξετε-, αφού ξεχειλίζετε τόσο από ζωή και θάρρος και δύναμη και πνεύμα δηλώστε το. Και διαδηλώστε το. Ανοίξτε το παράθυρο της δημιουργίας … επιτέλους!
06/01/2009
Τσε Τζαβάρα
α και σας το στέλνω προς …οποιαδήποτε χρήση)
ti antepithesi vlakeias einai auti sta sxolia?
Ρε συ Bella Rosa/Τζαβάρα, σε τι ακριβώς διάλυμα τηγανίζεις τον εγκέφαλο σου;
Αλήθεια πόσο χρονών είσαι?
427 σε κάνω.
Από που το “έλαβες και” σε ποιον “το αποστέλνεις” ? Και τί χρήση θες να του κάνω. Το ότι δεν πήγε στον άυλο σκουπιδοντενεκέ είναι γιατί μου προκάλεσε γέλιο και πιστεύω ότι το ίδιο θα προκαλέσει και σε όσους βρουν χρόνο και υπομονή να το διαβάσουν. ‘Οσον αφορά στο υστερόγραφο σου, τελικά αποκαλύπτεις ότι λειτουργείς σαν φερέφωνο των όσων λένε οι πολιτικοί, οι μπάτσοι και τα μήντια. Είσαι τελείος μάπας.
υ.γ. “χάος”, και μένα με προβληματισε αυτό…