Εκπτώσεις 100%

15 01 2009

Ένας φίλος ήθελε να αγοράσει παπούτσια. Είχε μπανίσει ένα ζευγάρι γνωστής μάρκας στις γιορτές, αλλά σου λέει κάτσε να περιμένω τις εκπτώσεις γιατί ωραίο το πατούμενο αλλά 150 γιούρος είναι πολλά. Πάει λοιπόν στο μαγαζί μετά τις γιορτές, στις λεγόμενες εκπτώσεις. Στη βιτρίνα αυτοκόλλητα του στυλ: 30% και 40% έκπτωση σε όλα μας τα μοντέλα. Μπαίνει, δοκιμάζει, του πάει και ρωτάει ποια είναι η έκπτωση.

-30%, λέει η υπάλληλος.

Από 150 πάμε στα 105, σκέφτεται.

-Τι τιμή έχουν; Ρωτάει για να επιβεβαιώσει τον υπολογισμό του.

-136 του λέει.

-Τι;

– Η αρχική τιμή είναι 195€!

Πηγαίνει στην υπεύθυνη του καταστήματος.

-Μας κοροϊδεύετε; της λέει. Η τιμή τους ήταν 150 πριν τις εκπτώσεις, τώρα την ανεβάσατε; Ούτε 10% έκπτωση κάνετε!

-Μα τι λέτε κύριε, του αρχίζει η υπεύθυνη, είναι καινούριο μοντέλο, κάνετε λάθος… και τέτοιες μπούρδες.

Οπότε ο φίλος μου παρατάει τα παπούτσια και καθώς φεύγει φωνάζει:

-Ρε καλά κάνανε και σας το σπάσανε…

[την ιστορία μου τη διηγήθηκαν, και του συγκεκριμένου κεντρικού καταστήματος (όχι αλυσίδας, αλλά από αυτά που προβλήθηκαν ως τα μικρομάγαζα των ντόπιων μικρεμπόρων) όντως του σπάσανε τις βιτρίνες μια από τις μέρες του θερμού Δεκέμβρη. ]

Advertisements




Το θέαμα είναι σαν τα δακρυγόνα: προκαλεί σύγχυση

8 01 2009

css

Την περασμένη Κυριακή το περιοδικό εικόνες, ένθετο στο κυριακάτικο έθνος, είχε αφιέρωμα σε διάσημους έλληνες και ελληνίδες. Το σύνολο των προσώπων που παρουσιάζονταν στο αφιέρωμα ήταν ετερόκλητο: ο Ζαμπέτας παρέα με τον Καραθεοδωρή, η Βουγιουκλάκη και η Βλαχοπούλου τα πίνανε με τον Καστοριάδη, ο Ωνάσης φιλαράκι με τον Ρίτσο και τον Τσιτσάνη, η Βλαχοπούλου με το Βενιζέλο, και πάει λέγοντας. Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί; Μα είναι όλοι διακεκριμένοι έλληνες και ελληνίδες. Είναι σύμβολα της ελληνική εθνικής ταυτότητας/κληρονομιάς και της ατομικής επιτυχίας, ή τέλος πάντων έτσι μας τους παρουσιάζουν.

Τον Δεκέμβρη που πέρασε, στο προσκήνιο βρέθηκαν χιλιάδες ανώνυμοι πρωταγωνιστές. Κουκουλωμένοι ή/και ξεκουκούλωτοι, έλληνες, αλβανοί, τσιγγάνοι ρωσοπόντιοι και αφρικάνοι, γυναίκες και άντρες, παιδιά και ενήλικες, εργαζόμενοι άνεργοι και φοιτητές, διακρίθηκαν σε επιθέσεις σε δημόσια κτήρια, σε καταστροφές και απαλλοτριώσεις εμπορικών καταστημάτων, σε πράξεις σαμποτάζ, σε συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής, σε συνελεύσεις και διαδηλώσεις… γράψανε ιστορία στους δρόμους, στους τοίχους και στις καρδιές. Δημιουργήσανε σχέσεις και κοινότητες αγώνα, ανακαλύψανε τη δύναμη τους, ήρθαν αντιμέτωποι με τις αντιφάσεις τους και επιδίωξαν να ανιχνεύσουν τις δικές τους απαντήσεις. Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί; Είναι το προλεταριάτο σε δράση, είναι η διάλυση των φιξαρισμένων ταυτοτήτων που μας διαχωρίζουν, είναι η τάξη που κριτικάρει πρακτικά τις υπάρχουσες σχέσεις.

Ήταν και παραμένει μεγάλο το πλήγμα που δέχτηκε η ταυτότητα του νομοταγή πολίτη, του ατόμου με τα δικά του συμφέροντα, η εθνική ομοψυχία, η δικαιοσύνη και γενικότερα οτιδήποτε νομιμοποιεί και αναπαράγει την καπιταλιστική σχέση και το κράτος ως μηχανισμό κοινωνικής πειθάρχησης. Είναι λοιπόν αναγκαίο για τις δυνάμεις της Τάξης και της Ασφάλειας να αποκαταστήσουν την χαμένη τους τιμή. Δηλαδή να αποκαταστήσουν την εθνική ενότητα, το διαρρηγμένο μικρόκοσμο της ατομικότητας και το διασαλευμένο κύκλο της εργασίας-κατανάλωσης. Η δυνατότητα επαναφοράς της κανονικότητας περνάει σίγουρα μέσα από την ένταση της καταστολής και την προσπάθεια του θεάματος να διαμεσολαβήσει ξανά τις σχέσεις από τις οποίες πήρε πόδι.

Ζούμε σε νέες εποχές. Αυτό είναι σίγουρο. Οι «απόβλητοι της κοινωνίας», είναι στο προσκήνιο. Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός δόθηκε από το δήμαρχο Θεσσαλονίκης, σε όσους του χάλασαν την φιλανθρωπική εκδηλωσούλα με το χαμόγελο της Βαρδινογιάννη, αλλά και τους χιλιάδες ανώνυμους που όλο αυτό τον καιρό βγήκαν από την αφάνεια. Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός, συνοψίζει τα χίλια ονόματα, τους χίλιους χαρακτηρισμούς που επινοούνται για να συσκοτίσουν τις εκλάμψεις αυτού που είναι ίσως το ομορφότερο πράγμα που μπορεί να κάνει το προλεταριάτο, να αρνηθεί τον εαυτό του ως μέρος του κόσμου του κεφαλαίου.

Η κανονικότητα δε λέει να στεριώσει. Το φάντασμα της εξέγερσης συνεχίζει να πλανάται.